Γερμανικές εκλογές: Ψηφίζουν οι Γερμανοί, φεύγει η Μέρκελ – Το ιδανικό και το απευκταίο σενάριο κυβέρνησης για την Ελλάδα


Η πιο μεγάλη ώρα έφτασε για τη Γερμανία καθώς σήμερα Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί ψηφοφόροι προσέρχονται στις κάλπες προκειμένου να ορίσουν τον πολιτικό που θα διαδεχθεί την Άνγκελα Μέρκελ, η οποία θα αποχωρήσει από την Καγκελαρία έπειτα από 16 χρόνια. Όλα δείχνουν πως οδεύουμε σε ένα εκλογικό θρίλερ και παρόλο που οι δημοσκοπήσεις του τελευταίου μήνα έδειχναν ότι το ακλόνητο φαβορί για τη νίκη τον Σοσιαλδημοκράτη Όλαφ Σολτς, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ψαλίδα ανάμεσα στους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) και τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU/CSU) έχει κλείσει και επομένως, το ενδεχόμενο να είναι ο Άρμιν Λάσετ ο επόμενος Καγκελάριος δεν θα πρέπει να αποκλειστεί.

Οι υποψήφιοι για την Καγκελαρία προσπαθούν μέχρι και την τελευταία στιγμή να κερδίσουν ένα μέρος από τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους, στους οποίους σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ανήκει περίπου το 35% των Γερμανών πολιτών.

Φυσικά τα μάτια ολόκληρου του πλανήτη θα είναι στραμμένα σήμερα στην Γερμανία, με τις χώρες της Ευρώπης να περιμένουν με αγωνία το ποιος θα είναι για τα επόμενα χρόνια ο επικεφαλής της ισχυρότερης οικονομίας τη Ε.Ε. Ωστόσο, οι Βρυξέλλες ανησυχούν για τον χρόνο που θα χρειαστεί να περάσει μέχρι να φτάσουμε στο τέλος των μετεκλογικών διαπραγματεύσεων και να σχηματιστεί κυβέρνηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις εκλογές του 2017, χρειάστηκε να περάσουν 171 ημέρες για να ολοκληρωθούν οι διερευνητικές συνομιλίες.

Εκλογές Γερμανία: Η Μέρκελ παραδίδει τη σκυτάλη μετά από 16 χρόνια


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον φυσικά υπάρχει και από την ελληνική πλευρά, καθώς ο νέος Γερμανός Καγκελάριος θα καλεί να διαχειριστεί θέματα μείζονος ενδιαφέροντος για τη χώρα μας όπως η οικονομία της Ευρώπης, το σύμφωνο σταθερότητας της ΕΕ, οι σχέσεις με την Τουρκία και το μεταναστευτικό.

Τι δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις


Η τελευταία δημοσκόπηση του Δεύτερου Γερμανικού Προγράμματος της γερμανικής τηλεόρασης (ZDF), δείχνει ότι πρώτο κόμμα είναι Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι συγκεντρώνουν 25%. Στη δεύτερη θέση παραμένει ο συνδυασμός των CDU/CSU, που αυξάνει το ποσοστό του κατά μια μονάδα στο 23%. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις περισσότερες δημοσκοπήσεις που έλαβαν χώρα την τελευταία εβδομάδα, η διαφορά των δύο πρώτων κομμάτων κυμαίνεται ανάμεσα στο 1% με 3%, σε όλες όμως οι Σοσιαλδημοκράτες είναι εκείνοι που έχουν το μικρό προβάδισμα.

Τεράστιο ενδιαφέρον φυσικά συγκεντρώνει και το ποσοστό που θα λάβουν τα υπόλοιπα κόμματα καθώς για να σχηματιστεί κυβέρνηση πιθανότατα θα πρέπει να υπάρξει συνεργασία τριών κομμάτων, εκτός και αν τελικά τα δύο μεγάλα κόμματα (SPD και CDU) φτάσουν μαζί στο άθροισμα των εδρών που απαιτείται και έχουμε για ακόμα μία φορά κυβέρνηση «Μεγάλου Συνασπισμού».

Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, οι Πράσινοι, οι οποίοι πιθανότητα θα είναι στον κυβερνητικό σχηματισμό -ειδικά εάν αυτός περιλαμβάνει τρία κόμματα-, συγκεντρώνουν το 16% με 16,5%, το Κόμμα των Φιλελευθέρων (FDP) αλλά και η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) υπολογίζονται ανάμεσα σε 10% και 11%, ενώ η Αριστερά (Die Linke) φαίνεται πως συγκεντρώνει το με 5% με 6% των ψήφων και μπαίνει οριακά στη Βουλή.

Πότε θα γνωρίζουμε το αποτέλεσμα


Από τις 8:00 το πρωί της Κυριακής (9:00 ώρα Ελλάδας) μέχρι και τις 18:00 (19:00 ώρα Ελλάδας) οι κάλπες θα είναι ανοιχτές για τους Γερμανούς πολίτες. Έντονο ενδιαφέρον ωστόσο, παρουσιάζει το γεγονός πως σχεδόν το 50% των ψηφοφόρων έχει ήδη ψηφίσει με επιστολική ψήφο, ποσοστό που αποτελεί σχετικό ρεκόρ.

Αμέσως μόλις κλείσουν οι κάλπες τα γερμανικά τηλεοπτικά δίκτυα θα δημοσιεύσουν τα exit polls, τα οποία θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόπιστα. Η εικόνα των αποτελεσμάτων αναμένεται να είναι ξεκάθαρη νωρίς το βράδυ της Κυριακής, ωστόσο εάν το αποτέλεσμα είναι πολύ οριακό δεν αποκλείεται να έχουμε ξεκάθαρο νικητή αργά τη νύχτα.

Από Δευτέρα ξεκινά η «μάχη» για τον σχηματισμό κυβέρνησης


Σε κάθε περίπτωση η «μάχη» για τον σχηματισμό της γερμανικής κυβέρνησης δεν θα τελειώσει την Κυριακή. Στην πραγματικότητα, πρόκειται να αρχίσει μετά τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων, οπότε και θα ξεκινήσουν οι… διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό του κυβερνητικού συνασπισμού. Το CDU πιθανότατα θα αρχίσει τις συνομιλίες για να βρει κυβερνητικούς εταίρους ακόμα και εάν τελικά χάσει την πρώτη θέση. 

Σύμφωνα με τους αναλυτές, το SPD ελπίζει σε ελπίζει να υπάρχει η προοπτική για έναν«αριστερό κυβερνητικό συνασπισμό», δηλαδή να συγκεντρώνει τον απαραίτητο αριθμό βουλευττών ο συνδυασμός SPD, Πρασίνων και Die Linke. Έτσι παρόλο που δεν είναι πολύ πιθανό οι Σοσιαλδημοκράτες να επιλέξουν μία τέτοια κυβέρνηση θα ασκηθεί πίεση στους Φιλελεύθερους (FDP) ή στο CDU για να δεχτούν να συμμετέχουν στην κυβέρνηση και μάλιστα με υποχωρήσεις.

Ποιο είναι το ιδανικότερο και ποιο το απευκταίο σενάριο για την Ελλάδα


Ο Θεοχάρης Γρηγοριάδης, αναπληρωτής καθηγητής Οικονομίας της Ανατολικής Ευρώπης στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (FU Berlin), μιλώντας στο ethnos.gr, εξηγεί ποιος είναι το ιδανικότερο και ποιο το απευκταίο σενάριο σχηματισμού γερμανικής κυβέρνησης όσον αφορά στη χώρα μας και παράλληλα αναλύει όσα συνεπάγεται το επικρατέστερο -βάση δημοσκοπήσεων- ενδεχόμενο μιας γερμανικής κυβέρνησης με πυρήνα το SPD για τις σχέσεις της Ευρώπης (γενικότερα) και της Ελλάδας (ειδικότερα) με την Τουρκία αλλά και τι θα σημαίνει μία κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Όπως σημειώνει ο καθηγητής, το χειρότερο σενάριο για την Ελλάδα είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης στην οποία δεν θα υπάρχει το SPD, δηλαδή μία συγκυβέρνηση CDU, Πρασίνων και FDP, στην οποία Καγκελάριος θα είναι ο Άρμιν Λάσετ. Σύμφωνα με τον καθηγητή «αυτή θα είναι μία κυβέρνηση η οποία θα επιμένει στην χρηματοοικονομική σταθερότητα μεν αλλά με επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη και η πολιτική εφαρμοσιμότητα των μέτρων που προτείνονται αλλά και ο βαθμός κατά τον οποίο το σύμφωνο σταθερότητας, και γενικότερα η οικονομική και νομισματική πολιτική της ΕΕ, θα ενισχύσουν μακροπρόθεσμα την ελληνική ανάπτυξη.

Από την άλλη πλευρά το καλύτερο δυνατό σενάριο για την χώρα μας περιλαμβάνει μία κυβέρνηση του SPD, του CDU και των Πρασίνων με Καγκελάριο τον Όλαφ Σολτς, επισημαίνει ο κ. Γρηγοριάδης. Ωστόσο, όπως εκτιμά ο καθηγητής το πιθανότερο σενάριο είναι να σχηματίσουν κυβέρνηση το SPD, οι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι.

«Δεν περιμένω καμία αρνητική μεταβολή για την ελληνική οικονομία εάν νικήσει το SPD. Αυτό που έχει μείνει μόνο ως απότοκο της κρίσης στην Ελλάδα είναι η περιορισμένη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών. Θεωρώ ότι μία κυβέρνηση συνασπισμού με επικεφαλής το SPD θα ενισχύσει και θα συμβάλει στη ρευστότητά τους μέσα από τις ευρωπαϊκές πολιτικές της» σημειώνει ο καθηγητής.

«Ο Σολτς και ο Μακρόν συγκλίνουν στην άποψη ότι η δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής οικονομικής, φορολογικής και τραπεζικής πολιτικής, αποτελεί τη βάση για την περαιτέρω ενίσχυση του Ευρώ και κατ΄ επέκταση των τραπεζικών συστημάτων των κρατών μελών της Ευρωζώνης. Αυτή η σύγκλιση δεν υπήρχε στη συνεργασία Μακρόν - Μέρκελ και είναι μία εξέλιξη που μπορεί να ευνοήσει τη χώρα μας», υπογραμμίζει ο καθηγητής.

Η σημασία της συμμετοχής του FDP στην κυβέρνηση


Για τη σημασία της παρουσίας ή όχι του FDP στην κυβέρνηση αξίζει να σημειωθεί πως οι Φιλελεύθεροι όχι μόνο διαφωνούν σε πολλά οικονομικά αλλά και ευρωπαϊκά ζητήματα, στα οποία σχεδόν ταυτίζονται SPD και Πράσινοι, αλλά βρίσκονται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Δεν συμφωνούν στην αύξηση του κατώτατου μισθού, στην αύξηση της φορολογίας στου πλουσιότερους και στην ενεργειακή μετάβαση αλλά αντίθετα ζητούν αύξηση των φόρων στους πολίτες ώστε να καλυφθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Αξίζει να σημειωθεί μάλιστα πως σύμφωνα με γερμανικά Μέσα Ενημέρωσης ο επικεφαλής το FDP, Κρίστιαν Λίντνερ, τον οποίο οι Financial Times χαρακτηρίζουν «μικρό ανερχόμενο Σόιμπλε», αξιώνει το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Οικονομικών για να συμμετάσχει στην κυβέρνηση. Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Λίντνερ συμμετείχε σε συνομιλίες σχηματισμού κυβέρνησης με τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Πρασίνους, όμως τελικά έκανε πίσω για να μην δυσαρεστήσει την εκλογική βάση του κόμματός του, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν μπορούσε να προωθήσει στην κυβερνητική ατζέντα τις προτεραιότητες του κόμματός του.

Τι αλλάζει η διαφαινόμενη νίκη του SDP στις σχέσεις Γερμανίας - Τουρκίας και ποια η σημασία για την Ελλάδα


«Όταν το SPD ήταν κυβέρνηση στη Γερμανία συνέβαλε σημαντικά στην ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση», σημειώνει ο κ, Γρηγοριάδης σχολιάζοντας τον αντίκτυπο που θα έχει η πιθανή επικράτησης των Σοσιαλδημοκρατών στις σχέσεις της Γερμανίας (και κατ’ επέκταση) της Ε.Ε με την Τουρκία.

Ωστόσο, ο κ. Γρηγοριάδης , λαμβάνοντας ως δεδομένο τη διεισδυτικότητα της γερμανικής οικονομίας και των γερμανικών επιχειρήσεων στην Τουρκία αλλά και τη μεγάλη διασπορά Τούρκων πολιτών στη Γερμανία, τονίζει «το SPD ήταν ένα κόμμα το οποίο παραδοσιακά έχει επιδιώξει την ένταση του Τουρκίας στην Ε.Ε.». Όπως υπογραμμίζει, «η Τουρκία αποτελεί με διαφορά τον σημαντικότερο προορισμό γερμανικών επενδύσεων στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική».

«Αυτό που ουσιαστικά περιμένουμε (σε περίπτωση νίκης Σολτς) είναι πίεση προς την Τουρκία για έναν πιο φιλοευρωπαϊκό προορισμό, κάτι το οποίο είναι κατά τη γνώμη μου προς όφελος της Ελλάδας», σημειώνει ο κ. Γρηγοριάδης και παράλληλα προσθέτει: «Θεωρώ πως η Γερμανία θα πιέσει περισσότερο την Τουρκία για να την επαναφέρει στον δρόμο του εκδημοκρατισμού και των πολιτικών μεταρρυθμίσεων». Σημειώνεται ότι και οι Πράσινοι που οπωσδήποτε θα είναι μέρος σε κυβέρνηση με πυρήνα το SPD ( μάλιστα η επικεφαλής του ψηφοδελτίου τους Αναλένα Μπέρμποκ είναι φαβορί για να αναλάβει το υπουργείο Εξωτερικών) κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Όλα τα πιθανά σενάρια για τον σχηματισμό κυβέρνησης


Τρία είναι τα επικρατέστερα σενάρια για την επόμενη ημέρα των εκλογών. Το σενάριο της διακυβέρνησης των δύο μεγάλων κομμάτων (CDU και SPD) αλλά πιθανότατα αυτή τη φορά με αντεστραμένους όρους δηλαδή το SPD να ελέγχει την Καγκελαρία και το CDU να βρίσκεται σε δεύτερο ρόλο, ενώ υπάρχουν και τα σενάρια για κυβέρνηση 3 κομμάτων. Το σενάριο «Φανάρι κυκλοφορίας» και το σενάριο «Τζαμάϊκα». Οι ονομασίες των συνδυασμών προέρχονται από τα χρώματα των κομμάτων που είναι τα εξής: CDU/CSU = μαύρο, SPD = κόκκινο, Πράσινοι = πράσινο, FDP = κίτρινο, Die Linke = σκούρο κόκκινο.

Φανάρι κυκλοφορίας - Traffic light (SPD, Πράσινοι, FDP)


Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι αυτός θα είναι ο κυβερνητικός ανασχηματισμός εάν πράγματι οι Σοσιαλδημοκράτες κερδίσουν την εκλογική μάχη ειδικά σε περίπτωση που το άθροισμα των βουλευτών τους με εκείνους του CDU δεν φτάνει για σχηματισμό κυβέρνησης.

Σε αυτό το ενδεχόμενο πιθανότατα ο Σοσιαλδημοκράτες θα έχουν την καγκελαρία, ο επικεφαλής των Φιλελεύθερων Κρίστιαν Λίντνερ,πιθανότατα θα αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών και η Αναλένα Μπέρμποκ των Πρασίνων πιθανότατα θα είναι η διάδοχος του Χάικο Μάας στο υπουργείο Εξωτερικών.

Ωστόσο, αυτός ο συνδυασμός δεν μπορεί να θεωρηθεί -τουλάχιστον αυτή τη στιγμή- σταθερός. Ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι έχουν ατζέντα που εφάπτεται σε πολλά ζητήματα (αύξηση κατώτατου μισθού στα 12 ευρώ την ώρα από τα 9,60, αύξηση φορολογίας στους πλούσιους, μετάβαση σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, κλπ), οι Φιλελεύθεροι διαφωνούν σε πολλά από αυτά τα ζητήματα και ζητούν αύξηση των φόρων στους πολίτες ώστε να καλυφθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Τζαμάικα (CDU, Πράσινοι, FDP)


Εάν τελικά οι Χριστιανοδημοκράτες κληθούν να σχηματίσουν κυβέρνηση αυτός είναι μάλλον ο επικρατέστερος συνδυασμός. Εκτός από την καγκελαρία, πιθανότατα το CDU θα έχει έλεγχο στο υπουργείο Οικονομίας και Ενέργειας, οι Πράσινοι θα αποκτήσουν ενισχυμένο χαρτοφυλάκιο για το περιβάλλον και το υπουργείο Εξωτερικών ενώ το FDP θα αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών.

Στα αρνητικά του εν λόγω σχηματισμού περιλαμβάνεται το ότι οι Πράσινοι έχουν εκφράσει τελείως διαφορετικές θέσεις από τα άλλα δύο κόμματα για την οικονομία και την φορολογία αλλά και την Ε.Ε, γεγονός που θα προκαλούσε πιθανότατα εσωτερικές διαμάχες εντός του συνασπισμού.

Νέα συνεργασία CDU - SPD (είτε με Πράσινους είτε με Φιλελεύθερους)


Τα υπόλοιπα σενάρια περιλαμβάνουν την επανάληψη της εν ενεργεία κυβερνητικής συνεργασίας των Χριστιανοδημοκρατών με τους Σοσιαλδημοκράτες, αλλά με αντεστραμένους ρόλους. Κυβέρνηση μπορεί να σχηματίσουν είτε τα δύο κόμματα, εάν τελικά φτάσουν τις απαραίτητες έδρες στο Bundestag είτε διαφορετικά μαζί με ένα τρίτο κόμμα (Πράσινοι ή Φιλελεύθεροι). Ωστόσο, μετά από 8 χρόνια «συνασπισμού», και οι δύο εταίροι διατυμπανίζουν ότι επιθυμούν να τερματίσουν τη συνεργασία τους.

Σε περίπτωση όμως που κάποιος από τους προηγούμενους συνασπισμούς δεν ευδοκιμήσει μία παράταση του «μεγάλου συνασπισμού» δεν θα πρέπει να αποκλειστεί. Αυτή τη φορά όμως το SPD αναμένεται να ελέγχει την Καγκελαρία και το CDU να είναι ο μικρότερος κυβερνητικός εταίρος.

R2G (SPD, Πράσινοι, Αριστερά)


Πρόκειται για τον πιο αριστερό συνδυασμό που μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Μπορεί οι θέσεις των κομμάτων σε ορισμένα ζητήματα (κυρίως στα πεδίο των φόρων, του κατώτατου μισθού, της μεταναστευτικής πολιτικής και της κοινωνικής πρόνοιας να μη είναι τόσο μακριά), ωστόσο οι περισσότεροι Γερμανοί πολίτες διαφωνούν κάθετα με μία τέτοια κυβέρνηση καθώς θεωρούν το Die Linke ( Αριστερά) συνέχεια του Κομμουνιστικού κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας. Ωστόσο οι αναλυτές υπογραμμίζουν πως το SPD θα ήθελε να υπάρχει η δυνατότητα ενός τέτοιου σχηματισμού κυβέρνησης μόνο και μόνο για να ασκηθεί πίεση στο FDP η στο CDU να μπουν στην κυβέρνηση με υποχωρήσεις.

Το προφίλ του Όλαφ Σολτς: Ο αντικαγκελάριος που ετοιμάζεται να διαδεχτεί την Μέρκελ


Ο Όλαφ Σόλτς, είναι ο εν ενεργεία υπουργός Οικονομικών και αντικαγκελάριος της Γερμανίας, ο οποίος είδε τα ποσοστά του SPD να αυξάνονται και βάσει δημοσκοπήσεων μοιάζει το φαβορί για την Καγκελαρία. Θεωρείται ένας πολιτικός που έχει αντιμετωπίσει πολλές κρίσεις στη σταδιοδρομία του και σύμφωνα με τα γερμανικά μέσα διακρίνεται από νηφαλιότητα και ψυχραιμία. Η διαχείριση της πανδημίας του κορονοϊού από το πόστο του υπουργού Οικονομικών του έδωσαν πολλούς πόντους στην γερμανική κοινή γνώμη.

Γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου του 1958 στην Κάτω Σαξονία αλλά μεγάλωσε στο Αμβούργο. Ξεκίνησε την καριέρα του ως δικηγόρος εργατολόγος ενώ στη συνέχεια μπήκε στην πολιτική και από σοσιαλιστής υπερασπιστής εργαζομένων έγινε δήμαρχος Αμβούργου από το 2011 έως το 2018 και στη συνέχεια υπουργός Οικονομικών στη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ.


Ο Σολτς, είναι υπεύθυνος για την εκταμίευση δισεκατομμυρίων ευρώ σε κεφάλαια έκτακτης ανάγκης για να βοηθήσει την οικονομία και τους πολίτες της χώρας ώστε να βγουν από την κρίση της πανδημίας. Όπως υπογραμμίζουν τα γερμανικά μέσα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αριστερός ή ριζοσπάστης αλλά περισσότερο ένας συντηρητικός σοσιαλδημοκράτης που όμως εκπέμπει αυτοπεποίθηση.

Όπως τονίζει στο ethnos.gr, ο αναπληρωτής καθηγητής στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου κ. Γρηγοριάδης «κατά την άποψή μου ο Σολτς, παρόλο που ανήκει σε άλλο κόμμα αποτελεί τον πιο κοντινό διάδοχο της Μέρκελ καθώς είναι εκείνος που εγγυάται τη συνέχιση αρκετών πολιτικών απόψεων της Μέρκελ για την «μετά Μέρκελ εποχή». Εν αντιθέσει ο Λάσετ στηρίζεται περισσότερο από τα επιχειρηματικά Λόμπι της περιοχής του, δηλαδή της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και γενικότερα έχει μία περισσότερο επιχειρηματική προσέγγιση σε χώρες όπως η Τουρκία, η Ρωσία και η Κίνα με αποτέλεσμα να βάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα σε δεύτερη μοίρα».

Όπως υπογραμμίζει στην προεκλογική του εκστρατεία ο Σολτς θέλει:

  • να μειώσει τους φόρους για τους χαμηλοσυνταξιούχους
  • να τους αυξήσει για όσους έχουν εισοδήματα άνω των 100.000 ευρώ τον χρόνο.
  • να αυξήσει τον κατώτατο μισθό στα 12 ευρώ την ώρα,
  • να χτίσει 400.000 σπίτια τον χρόνο
  • να περάσει μια σειρά μέτρων για το κλίμα.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια