Πύρινος εφιάλτης: Ιστορίες και δάκρυα στα μέτωπα της τραγωδίας


«Τρέξτε να σωθείτε!». Η κραυγή αγωνίας από γείτονες και πυροσβέστες που έσκιζε τον αέρα στους οικισμούς ενώ τους έζωναν τεράστιες φλόγες προκαλεί ανατριχίλα. Οικογένειες συγκεντρωμένες γύρω από το τραπέζι έτοιμες να μοιραστούν μια ακόμα στιγμή της καθημερινότητας, οι αυλές τους περιποιημένες, τα φυτά τους ποτισμένα, τα οικόσιτα ζωάκια τους ταϊσμένα απολάμβαναν το ραχάτι λίγο πριν πέσει η νύχτα. 

Μέχρι που ο θόρυβος από δύο εκρήξεις τους σήκωσε στο πόδι και το θέαμα που αντίκρισαν έξω από την πόρτα τους δεν άφηνε περιθώρια για εφησυχασμό. Και μετά η κραυγή του κατεπείγοντος, ο πανικός, οι καπνοί που τους πνίγουν, το σκυλάκι τους που γαβγίζει αλαφιασμένο.


Το παραπάνω σκηνικό είναι μία μόνο από τις χιλιάδες εικόνες του πριν και του μετά που περιγράφουν κάτοικοι οι οποίοι έζησαν στο πετσί τους το πέρασμα της πύρινης λαίλαπας που λίγο έλειψε μαζί με τα σπίτια τους να κάνει και τους ίδιους στάχτη.

Σκηνικό απόκοσμο, αιωρούμενα αποκαΐδια, κραυγές ανθρώπων και ζώων, φλόγες, εκρήξεις, κόκκινο που έγινε σε λίγα λεπτά το απόλυτο μαύρο. Μέσα σε τέσσερις μέρες 40.000 στρέμματα γης, εκατοντάδες σπίτια και επιχειρήσεις, άγρια και κατοικίδια ζώα παραδόθηκαν στις φλόγες βυθίζοντας στην οδύνη μια ολόκληρη χώρα. Οι παραταγμένοι πυροσβέστες σε θέση άνισης μάχης, οι βουτιές από τα πυροσβεστικά πτητικά μέσα, η νεαρή κοπέλα σφιχταγκαλιασμένη με ένα τρομαγμένο άλογο, οι φωνές απόγνωσης και απελπισίας καψαλισμένων ιδιοκτητών και βιοπαλαιστών, καμένα ζώα και δέντρα και τα βλέμματα πένθους και πόνου είναι οι εικόνες που σφράγισαν για πάντα τον φετινό Αύγουστο. Σε κάποια σπίτια συμπολιτών μας το μόνο που μαρτυρά ζωή είναι το βουβό τους κλάμα πάνω από κει όπου κάποτε υπήρχε το παιδικό κρεβάτι, το τραπέζι, οι οικογενειακές φωτογραφίες. Η εικόνα με τα πεσμένα, μαύρα πια, κολονάτα ποτήρια στο άρτια στρωμένο τραπέζι από την καμένη ολοσχερώς αίθουσα εκδηλώσεων στη Βαρυμπόμπη είναι η θλιβερή απόδειξη των τραγικών ανατροπών της ζωής.
isories_dakrya_metwpo__1_

Ο πυροσβέστης: «Θα ήθελα να ξεχάσω»

Απόσπασμα από τα λόγια ενός πυροσβέστη: «Θα ήθελα να ξεχάσω τα 3-4 πρόβατα που δεν προλάβαμε να βγάλουμε από το μαντρί και τα ακούγαμε να σκούζουν καθώς μας πλησίαζε η φωτιά και εκείνο το σκυλάκι που παρέμενε σιωπηλό και δεμένο μέχρι τη στιγμή που κατάλαβε ότι δεν υπήρχε σωτηρία. Τα αφεντικά του έλειπαν για διακοπές και κανείς δεν μας ειδοποίησε γι’ αυτό. Θα ήθελα να ξεχάσω τα πουλιά που δεν πρόλαβαν να φύγουν από τα πεύκα καθώς γίνονταν παρανάλωμα του πυρός και τα είδα στον αέρα να φτερουγίζουν για λίγο και ύστερα να πέφτουν σαν φθινοπωρινά φύλλα... Θα ήθελα να ξεχάσω τα τρομαγμένα βλέμματα των συναδέλφων μου όταν είδαμε 50μετρες φλόγες να μας ζώνουν από παντού. Θα ήθελα να ξεχάσω τις αγωνιώδεις εκκλήσεις των ιδιοκτητών όλων των σπιτιών τριγύρω μας όταν άρχισαν να γλείφουν τα σπίτια τους οι φλόγες. Θα ήθελα να ξεχάσω όλους αυτούς που ήρθαν με τζιπάκια κάνοντας χειρόφρενα και πατώντας γκάζι μόνο και μόνο για να απολαύσουν το θέαμα χωρίς να μας βοηθήσουν όταν τα ρουθούνια μας τρέχαν κατράμι και μασούσαμε στάχτη. Θα ήθελα να ξεχάσω όταν προσπαθούσαμε να φύγουμε κόβοντας μάνικες και δεν μπορούσαμε επειδή είχαν δημιουργήσει κυκλοφοριακό κομφούζιο μπροστά μας. Θα ήθελα να ξεχάσω όλη αυτή τη λαίλαπα που δεν υπήρχε τρόπος να φρενάρεις και λαίμαργα κατάπιε τις όμορφες περιοχές που κάποτε χαρήκαμε ως παιδιά και τα παιδιά μας δεν θα μάθουν ότι υπήρξαν».

Βαρυμπόμπη, Αττική

Μια κυρία από τον οικισμό Αδάμες μιλάει δακρυσμένη στην κάμερα για την περιουσία της που καταστράφηκε. Το σπίτι της έχει γίνει στάχτη. Είναι σοκαρισμένη, παγωμένη, σκέφτεται τον τρόμο που έζησε, κλαίει για τους κόπους μιας ζωής που χάθηκαν.«Εγιναν όλα πολύ γρήγορα. Δεν προλάβαμε να κάνουμε τίποτα. Δεν υπήρχε ούτε ένα πυροσβεστικό. Δεν υπήρχε τίποτα. Το μόνο που πρόλαβα ήταν να πάρω το οχτάχρονο παιδί μου και να φύγω». Οι λυγμοί δεν την αφήνουν να συνεχίσει. Τι άλλο μπορεί να πει άλλωστε;

Λίγο πιο δίπλα, σε ένα άλλο σπίτι που έχει γίνει στάχτες, έμενε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που πρόλαβε την τελευταία στιγμή να φύγει. Η κυρία Ζωή, η σύζυγος, στέκεται μπροστά στο σπίτι που έχασε για δεύτερη φορά. Η πρώτη ήταν με τον σεισμό του ‘99, όταν είχε καταρρεύσει σαν χαρτόκουτο. Είκοσι δύο χρόνια μετά, το σπίτι που με κόπο κατάφερε να ξαναχτίσει έγινε στάχτη μέσα σε λίγα λεπτά. Με δάκρια στα μάτια διηγείται: «Είχε φτάσει η φωτιά ως εδώ. Ανέβηκα επάνω γιατί πιστεύω στον Θεό και μάζεψα από το σπίτι μου όλες τις εικόνες. Τις έβαλα μέσα στο αμάξι και το πήγα ψηλά με τον άντρα μου μέσα, κι εγώ πήγαινα - ερχόμουν, πήγαινα - ερχόμουν».

Ο κύριος Νίκος είναι ιδιοκτήτης αίθουσας εκδηλώσεων. Γάμοι, βαφτίσια, χαρές έχουν φιλοξενηθεί εκεί μέσα. Αγαπημένες οικογένειες και φίλοι έχουν καθίσει στα τραπέζια, τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους, γλεντώντας, γελώντας, γιορτάζοντας. Τώρα τα πάντα είναι καμένα, ρημαγμένα, στάχτες. «Το πιο σημαντικό δεν είναι η επιχείρηση. Είναι το φυσικό περιβάλλον που κάηκε. Αυτό ήταν που μας έδινε τη δυνατότητα να δουλεύουμε λίγο παραπάνω. Ηταν μια ζωντανή επιχείρηση που μέσα σε μία μέρα δυστυχώς καταρρέει. Δεν ξέρω αν έχουμε τη δύναμη να την ξαναφτιάξουμε». Η φωνή του σβήνει μαζί με τη δύναμη που νιώθει να χάνεται.
isories_dakrya_metwpo__5_
Ενας πολίτης προσπαθεί με λάστιχο να σβήσει τη φωτιά σε μετασχηματιστή της ΔΕΗ
Μια άλλη κυρία κουβαλάει μια αγκαλιά ρούχα. Ο,τι κατάφερε να σώσει από το καμένο σπίτι των παιδιών της. Η φωνή της σπάει καθώς διηγείται τη δική της ιστορία. «Εγώ μένω στην Αλίαρτο Βοιωτίας. Είχαν έρθει τα παιδιά μου εκεί από προχτές για διακοπές. Και ευτυχώς είχαν πάρει μαζί τους και όλα τους τα ζώα. Διαφορετικά θα κλαίγαμε και ψυχές».

Ενας νεαρός τριγυρίζει απεγνωσμένος μέσα στο καμένο του σπίτι. Δείχνει έναν τοίχο μαυρισμένο: «Εδώ υπήρχε κιθάρα, κι εδώ άλλη κιθάρα κι εδώ άλλη κιθάρα». Τριγυρίζει στον χώρο, που είναι μαύρος, καμένος, σχεδόν μυρίζεις τον καπνό από την... τηλεόρασή σου. «Αυτό ήταν ενισχυτής, αυτό ήταν κομπιούτερ, αυτό ήταν φωτιστικό. Τώρα δεν θα βλέπουμε να τρώμε». Μια στάλα αυτοσαρκασμού μέσα στο ποτάμι της απόγνωσης.
Κάποια καμένα κτίσματα πιο πέρα, ένας άντρας δείχνει ό,τι απέμεινε από την κατοικία του. Γκρεμισμένοι τοίχοι και συντρίμμια. «Εδώ ήταν τα υπνοδωμάτια. Εδώ ήταν η κουζίνα. Ηταν η κύρια κατοικία μας. Μόλις είχα τελειώσει την ανακαίνισή της. Προχθές, 7 η ώρα το απόγευμα». Την επόμενη μέρα κάηκε.

Κάποιοι ήταν λίγο πιο τυχεροί. Η φωτιά έκαψε τα γειτονικά σπίτια, αλλά άφησε το δικό τους άθικτο, όπως στην περίπτωση της κυρίας Ελισάβετ. Θαύμα; Τύχη; Εκείνη ακόμα δεν μπορεί να το πιστέψει, αλλά βρίσκει το κουράγιο να διηγηθεί τη δική της εμπειρία. «Μόλις είχαμε ποτίσει και είχαμε κάτσει να φάμε και ξαφνικά ακούμε δύο εκρήξεις δυνατές. Βγήκαμε έξω και βλέπουμε όλη την πίσω πλευρά να καίγεται και τελευταία στιγμή μάς φώναζαν “φύγετε τώρα”. Δεν προλάβαμε να πάρουμε τίποτα. Τρέχοντας φύγαμε, προσπαθούσαμε να βάλουμε το σκυλί στο αμάξι, να ελευθερώσουμε τα ζώα από πίσω, τα οποία είναι τα περισσότερα ζωντανά και μας περίμεναν το πρωί. Από τη μία δεν θες να αφήσεις το σπίτι σου, από την άλλη σου φωνάζουν “τρέξε να σωθείς”».

Ροβιές, Εύβοια,4 Αυγούστου

Η φωτιά μαίνεται και καταπίνει τα πάντα. Οι κάτοικοι έχουν φυγαδευτεί στην παραλία και έχουν στριμωχτεί μέσα σε ψαρόβαρκες και φέρι μποτ για να τους μεταφέρουν στην Αιδηψό. Ενα ακόμα προσφυγικό. Η Αγγελική κάνει έκκληση μέσω της τηλεόρασης στους παππούδες της να αφήσουν το σπίτι τους και να πάνε με τους άλλους στην παραλία. Οι τηλεφωνικές γραμμές δεν λειτουργούν για να τους μιλήσει απευθείας. Εκείνοι όμως δεν θέλουν να φύγουν. «Μόνοι μας θα σώσουμε το σπίτι μας», λέει ο παππούς Κώστας. «Κι εγώ δεν πάω πουθενά. Εγώ κάνω κουμάντο εδώ», λέει η γυναίκα του. Η δημοσιογράφος προσπαθεί να τους πείσει να πάνε μαζί της μέχρι την παραλία. «Δεν πάω πουθενά», επιμένει ο κύριος Κώστας. «Με το ζόρι;». Μέσω της σύνδεσης της δημοσιογράφου η εγγονή Αγγελική προσπαθεί να μεταπείσει τη γιαγιά της. «Ελα, γιαγιούλα μου, σε παρακαλώ. Πηγαίνετε στην παραλία. Δεν μας νοιάζει το σπίτι, εσείς μας νοιάζετε». «Δεν μπορώ να φύγω μόνη μου, παιδί μου. Δεν θέλει ο παππούς σου», της λέει εκείνη. Τελικά, με τη βοήθεια αστυνομικών οι δημοσιογράφοι πείθουν τον κύριο Κώστα να πάρει τη γυναίκα του και να φύγουν. Απρόθυμα. Πού να πάνε; Αυτό είναι το σπίτι τους. Ηταν.

Η επόμενη μέρα

Οι κάτοικοι επιστρέφουν στο χωριό τους για να αντικρίσουν την πλήρη καταστροφή. Η φωτιά ήρθε και έφυγε, σκορπίζοντας τον θάνατο εκεί όπου υπήρχε ζωή. Δέντρα καμένα, εκτάσεις καμένες, σπίτια καμένα. Ολεθρος. Η κυρία Παναγιώτα κάθεται στα σκαλιά εκείνου που κάποτε ήταν το σπίτι της. «Απόλυτη καταστροφή. Δεν μπορούμε πια να μείνουμε εδώ. Μας ειδοποίησε χτες η Αστυνομία να εκκενώσουμε το χωριό. Σήμερα που γυρίσαμε αντικρίσαμε την καταστροφή. Ο επάνω όροφος έχει καεί». Και επαναλαμβάνει απελπισμένη: «Δεν μπορούμε πια να μείνουμε εδώ». Λίγο πιο κάτω, μια άλλη γυναίκα στέκεται ανάμεσα στα απομεινάρια του σπιτιού της. Δεν έχει μείνει ούτε τοίχος όρθιος. «Το είχαμε μόλις ανακαινίσει και δεν είχε ακόμα τελειώσει, το βλέπετε. Είμαι άνεργη. Τι να ξαναφτιάξω, πώς να το ξαναφτιάξω; Εμενα με τη μητέρα μου εδώ. Χτες που εκκενώσαμε το χωριό, την πήρα και πήγαμε στα Ηλια. Την άφησα εκεί και ήρθα εγώ εδώ σήμερα το πρωί για να αντικρίσω αυτό. Ανακαίνιζα το σπίτι για να μείνει η μαμά μου. Και θα μέναμε κι εμείς τα καλοκαίρια. Ο άντρας μου είναι στον δρόμο και έρχεται, δεν ξέρω αν θα καταφέρει να περάσει».

isories_dakrya_metwpo__2_
Νεαρή πυροσβέστης στη μάχη με τις φλόγες

Ο παππάς του χωριού είναι καταμεσής στον δρόμο. Τα πάντα γύρω του είναι καμένα, συντρίμμια. Δείχνει ένα κτίριο. «Εδώ το πνευματικό κέντρο σώθηκε από θαύμα. Τελευταίος έφυγα, μαζί με την παπαδιά. Το είχαν περικυκλώσει οι φλόγες, Σκέφτηκα “τελείωσε”. Γιατί είναι εκεί και το οίκημα που μένουμε. Προσπαθώντας να φύγουμε, έφτασε η φωτιά μέχρι τα διπλανά σπίτια. Ερχόταν από το βάθος. Εμείς κάναμε εκκλήσεις από νωρίς. Χτυπούσαμε και την καμπάνα μία ώρα πριν φτάσει η φωτιά εδώ. Ηταν δύσκολα τα πράγματα. Αυτό το κομμάτι εδώ ήταν πολύ επικίνδυνο». Δίπλα του η παπαδιά κλαίει. «Είμαστε όλοι βιοπαλαιστές. Πώς θα μείνουμε εδώ;», αναρωτιέται. Και ο παπάς συνεχίζει: «Εγινε πολύ μεγάλη καταστροφή. Ο Θεός να δίνει δύναμη στον κόσμο». «Κι εμείς από θαύμα γλιτώσαμε», ξαναμπαίνει στη συζήτηση η παπαδιά. «Και όταν γυρίσαμε και είδαμε το κτίριο άθικτο και το καντηλάκι μας αναμμένο, αυτό ήταν το πιο συγκλονιστικό, που οι άγιοι δεν το άφησαν να καεί. Δεν είναι δική μας περιουσία, είναι του κόσμου αυτό το οίκημα. Ο κόσμος το έφτιαξε με πολλές στερήσεις, από χρόνια».

Κουρκουλοί, Εύβοια

Η κυρία Θεοδώρα μιλάει στο δημοσιογραφικό δελτίο από το κινητό της: «Εγώ μόλις έφυγα από το χωριό Κουρκουλοί. Κατάφερα να διαφύγω με τη μαμά μου και την αδερφή μου για να έρθουμε κοντά στη θάλασσα. Ομως υπάρχουν εκεί πάρα πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν να σώσουν τα σπίτια τους, Πάρα πολλά έχουν ήδη πάρει ήδη φωτιά. Εχουμε αφήσει πολύ κόσμο πίσω. Οπως για παράδειγμα τη γιαγιά μου. Δεν ξέρουμε πού βρίσκονται. Εχω μιλήσει με την Πολιτική Προστασία για να ψάξει να τους βρει. Εχει γίνει ένα ολοκαύτωμα, Πληροφορούμαι όμως ότι η φωτιά έχει περάσει ήδη με μεγάλη ταχύτητα. Αυτό έχει γίνει μέσα σε 15 λεπτά. Εκεί που είχε κοπάσει η ένταση, ξαφνικά και από τις δύο πλευρές, από την είσοδο των Κουρκουλών και από την πίσω πλευρά του χωριού μας, αναζωπυρώθηκε η φωτιά και οι πυροσβέστες δεν ήξεραν τι να πρωτοφυλάξουν. Ξέφυγε η κατάσταση και πήγε προς τη Σκεπαστή. Μίλησα τώρα με τον αδερφό μου και μου είπε ότι καίγονται σπίτια εκεί και οι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια. Εμείς στην παραλία δεν διατρέχουμε κάποιον κίνδυνο αυτή τη στιγμή, αλλά ξέρω ότι καίγονται όλα τα χωριά».

Διόδια Αφιδνών, Αττική

Εδώ έχει ξεσπάσει άλλη πύρινη κόλαση. Ενας εθελοντής πυροσβέστης προσπαθεί να περιγράψει την κατάσταση. Αγωνία στη φωνή, λέξεις που βγαίνουν με κόπο: «Είναι όλη η Πυροσβεστική εδώ, η Αστυνομία, διασώστες. Εχουν έρθει εθελοντές, βοηθάνε. Είναι δύσκολη η κατάσταση. Η φωτιά έχει περάσει από το απέναντι ρεύμα της Εθνικής Οδού και επεκτείνεται. Εχει πάει από τον παράδρομο η Πυροσβεστική και δίνει μεγάλη μάχη. Εχουμε μπει σε επιχειρήσεις που έχουν ζώα. Εχουμε βγάλει έξω εφτά-οχτώ σκυλιά, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα εδώ πέρα. Πρέπει να έρθει κι άλλη βοήθεια. Η φωτιά πηγαίνει προς τον Αγιο Στέφανο. Εχουν μαζευτεί τουλάχιστον εφτά εστίες. Υπάρχουν πολλά πυροσβεστικά και κόσμος αρκετός, αλλά δεν φτάνουν. Οι αντλίες νερού διαρκώς λιγοστεύουν. Ερχονται συνέχεια βυτία. Φορτώνουν, αλλά δεν φτάνει. Θέλει κι άλλο. Είναι επικίνδυνα τα πράγματα. Καίγονται ήδη επιχειρήσεις και σπίτια. Εχουν εκκενώσει την περιοχή. Είμαστε πάνω από 30 άτομα εθελοντές, έχουμε έρθει με τις μηχανές και βοηθάμε με την Αστυνομία. Ολο το δάσος που κατεβαίνει από τις Αφίδνες προς την Εθνική Οδό έχει καταστραφεί. Εχουν καταστραφεί πυλώνες της ΔΕΗ. Στο μισό χιλιόμετρο είναι ο Αγιος Στέφανος. Δίνουμε μάχη να μην περάσει στον Αγιο Στέφανο».
isories_dakrya_metwpo__4_
Ενα «μοναχικό» δέντρο έχει παραδοθεί στις φλόγες στην περιοχή της Πάρνηθας
Πευκόφυτο Αγίου Στεφάνου, Αττική

1.40 τα ξημερώματα. Αστυνομικοί πηγαίνουν πόρτα-πόρτα ζητώντας από τους κατοίκους να εκκενώσουν την περιοχή. Η φωτιά πλησιάζει. Ενας νέος άντρας κατεβαίνει βιαστικά τη σκάλα του σπιτιού του και φορτώνει το αμάξι με ένα βαλιτσάκι και ένα παιδικό καθισματάκι. Ο δημοσιογράφος τον ρωτάει πού θα πάει. «Αγνωστο», του απαντάει. Το μόνο που ξέρει είναι ότι δεν μπορεί να μείνει πια εδώ. Το τελευταίο πράγμα που κάνει πριν φύγει με την οικογένειά του είναι να λύσει τον σκύλο τους και να τον πάρουν μαζί. Αλλοι, σε άλλες περιοχές, δεν έκαναν το ίδιο. Αφησαν τα ζώα τους να καούν. Λίγο πιο δίπλα, μια γυναίκα επιβιβάζει έναν κύριο με αναπηρικό καροτσάκι μέσα στο αυτοκίνητο. Με μηχανές και αυτοκίνητα, φεύγουν όλοι, ο ένας μετά τον άλλον. Δίπλα τους κινούνται περιπολικά, που εξακολουθούν να σαρώνουν την περιοχή για να βεβαιωθούν ότι δεν θα μείνει κανένας πίσω. Τα σπίτια μπορεί να χαθούν. Ας μη χαθούν όμως και ανθρώπινες ζωές.

Χωριό Λάλας, Ηλεία

Ο νομός είχε καταστραφεί από τις πυρκαγιές του 2007. Είχαν χαθεί και ζωές τότε μαζί με τα δάση και τις περιουσίες τους. Οι φριχτές μνήμες ξαναζωντανεύουν. Ο,τι πρόλαβε να ξαναχτιστεί και να βλαστήσει, ξανακαίγεται. Ο ιδιοκτήτης ξενοδοχείου της περιοχής μιλάει στην κάμερα: «Βλέπαμε τη φωτιά, δύο μέτωπα, να κατευθύνεται προς τη μονάδα μου. Από τις 12 το μεσημέρι. Παρούσα και η Πυροσβεστική. Ζήτησα ένα όχημα για να διαφυλάξω την περιουσία μου. Η απάντηση ήταν αρνητική. Περίπου στις 2 η ώρα ήρθε ένας προϊστάμενος της Πυροσβεστικής για να μας ζητήσει να εκκενώσουμε τον χώρο. Του είπα ότι δεν φεύγω από τη μονάδα μου και απαιτώ βοήθεια. Η απάντηση ήταν και πάλι αρνητική». Η φωνή του σπάει. Το πλάνο σταματάει στην καμένη επιχείρησή του, κάνει ζουμ στα κατεστραμμένα του όνειρα. Αλλη μια ιστορία από τις εκατοντάδες ανθρώπων που μέσα σε μια στιγμή έχασαν τα πάντα.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια