Φωτιά-μαμούθ από κόλλυβα: Τα 4 εγκληματικά λάθη που ξεκλήρισαν μια κωμόπολη σε 60’


Είναι φορές που ο νους του ανθρώπου αδυνατεί να κατανοήσει και να ερμηνεύσει το μέγεθος της καταστροφής που μπορεί να προκαλέσει η φύση. Στο Μάτι, το 2018, χάθηκαν 102 άνθρωποι μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, καθώς η πύρινη λαίλαπα σάρωσε την περιοχή, κατευθυνόμενη με ταχύτητα άνω των 100χλμ / ώρα, λόγω των λυσσαλέων ανέμων, που κατά διαστήματα ξεπερνούσαν τα 10 μποφόρ.

Ό,τι μπορούσε να πάει στραβά εκείνη την ημέρα πήγε, με κατάληξη τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία από φυσικά αίτια, μετά το σεισμό της Πάρνηθας το 1999.

Το ίδιο συνέβη 11 χρόνια νωρίτερα, στις φονικές πυρκαγιές της Ηλείας, που στοίχισαν τη ζωή σε 63 ανθρώπους. Το κύριο μέτωπο της φωτιάς, που εκδηλώθηκε στη Ζαχάρω, θα μπορούσε να τεθεί υπό έλεγχο αν υπήρξε έγκαιρη ενημέρωση των Αρχών, σύμφωνα με το πόρισμα του δικαστηρίου. Αλλά η ανθρώπινη αμέλεια εκείνη την 24η Αυγούστου, που έμεινε στην ιστορία ως «Μαύρη Παρασκευή» του 2007, εκδηλώθηκε «πολλαπλασιαστικά» και ενήργησε ως το τέλειο προσάναμμα για τις φλόγες που θα μετέτρεπαν σε πύρινη κόλαση το νομό της Πελοποννήσου.

Εκείνο το μεσημέρι η 84χρονη νοικοκυρά στο Παλαιοχώρι του Δήμου Ζαχάρως, Σοφία Νικολοπούλου, άναψε τη συσκευή υγραερίου στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ως κουζινάκι και αποθήκη, έβαλε πάνω το σιτάρι και το άφησε να βράζει προκειμένου να φτιάξει κόλλυβα για το μνημόσυνο του πατέρα της. Ακολούθως, βγήκε έξω από το μικρό κτίσμα και πήγε στο κυρίως σπίτι για να γευματίσει μαζί με την υπόλοιπη οικογένειά της.

Στην περιοχή επικρατούσαν άνεμοι μέτριοι μέχρι ισχυροί και η θερμοκρασία ήταν περίπου 41 βαθμοί Κελσίου. Από επιπολαιότητα και αμεριμνησία – όπως της καταλόγισε το δικαστήριο – η Σοφία Νικολοπούλου άφησε το σιτάρι να βράζει και απομακρύνθηκε, χωρίς να έχει οπτική επαφή. Λίγη ώρα αργότερα, ο ανιψιός της είδε καπνό να βγαίνει από το κτίσμα όπου ήταν το κουζινάκι. Αμέσως ειδοποίησε τη θεία του και την υπόλοιπη οικογένεια και όλοι μαζί προσπάθησαν να τη σβήσουν. Οι προσπάθειες με λάστιχο και κουβάδες όμως δεν απέδωσαν, αφού «η φωτιά, τροφοδοτούμενη από εύφλεκτα προϊόντα που υπήρχαν στον ίδιο χώρο (λάδι και κρασί), έφτασε στα ξύλινα δοκάρια της στέγης, προκάλεσε την κατάρρευση τμήματός της και βγήκε ανεμπόδιστη έξω. Στη συνέχεια, εξαιτίας του δυνατού αέρα μεταδόθηκε στη συκιά που υπήρχε στο ακίνητο και στα ξερά χόρτα, σε διπλανά παραμελημένα ελαιοστάσια και στο δρόμο».


Μέσα σε λίγα λεπτά η φωτιά επεκτάθηκε στο δάσος, ανοίγοντας τρία μέτωπα. Για να εξελιχθεί με τόσο τραγικό τρόπο η ιστορία χρειάστηκε ωστόσο και η – κατά το δικαστήριο – ανεύθυνη στάση του πυροφύλακα που βρισκόταν (;) εκείνη την ώρα στο κοντινότερο πυροφυλάκιο, περίπου 3 χιλιόμετρα από το σπίτι της ηλικιωμένης γυναίκας. Όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, οι ελλείψεις στο πυροφυλάκιο ήταν εγκληματικές. Το παρατηρητήριο είχε καταστραφεί από κεραυνούς, ενώ δεν διέθετε σταθερό εξοπλισμό πυρόσβεσης.

Η ελληνική δικαιοσύνη δεν έμαθε ποτέ τους λόγους για τους οποίους ο πυροφύλακας δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πυρκαγιά και κατά συνέπεια δεν ενημέρωσε την πυροσβεστική. Ο κατηγορούμενος «απέφευγε διακριτικά να αναφερθεί σε αυτούς ύστερα από τις σχετικές ερωτήσεις του δικαστηρίου» κι έτσι παραμένουν αδιευκρίνιστοι έως σήμερα. «Εάν επιδείκνυε την προσήκουσα προσοχή και είχε προβεί στις οφειλόμενες ενέργειες, η επιχείρηση κατάσβεσης της πυρκαγιάς θα είχε ξεκινήσει τουλάχιστον από τις 14:25, γεγονός που θα συνέβαλε αποφασιστικά στην αποτροπή της εξέλιξης της φωτιάς και της εξάπλωσης της», ανέφερε χαρακτηριστικά η ετυμηγορία του Εφετείου.

Είναι δύσκολο να φανταστείς ότι κάτι μπορεί να πάει τόσο στραβά από μια φωτιά σε ένα κουζινάκι μιας κουκίδας του χάρτη. Το διάστημα των 25 λεπτών που μεσολάβησε από τη στιγμή που ξεκίνησε η φωτιά έως ότου την αναγγείλει στην πυροσβεστική η κόρη της Σοφίας Νικολοπούλου υπήρξε καθοριστικό για την αδυναμία κατάσβεσής της. Η γυναίκα προσδιόρισε την ακριβή θέση της φωτιάς, δεν μπορούσε όμως να υπολογίσει την έκταση της. Όταν το πρώτο πυροσβεστικό όχημα έφθασε στο σημείο, η κατάσταση ήταν ήδη εκτός ελέγχου.

Το αποκορύφωμα της τραγωδίας στο Δήμο Ζαχάρως, που θρήνησε 36 ανθρώπους, γράφτηκε στον επαρχιακό δρόμο Μακίστου – Αρτέμιδας, όπου εγκλωβίστηκαν από τα πύρινα μέτωπα και απανθρακώθηκαν 24 άτομα, ανάμεσα τους έξι παιδιά.


Συνολικά δέκα οχήματα βρέθηκαν εγκλωβισμένα, περικυκλωμένα από τη φωτιά, στη μέση του επαρχιακού δρόμου, τοποθεσία που το δικαστήριο χαρακτήρισε σημείο «χωρίς ελπίδα και σωτηρία». Όπως προέκυψε εκ των εξελίξεων, η μόνη δυνατότητα διαφυγής ήταν να περάσουν μέσα από τα μέτωπα της φωτιάς προς τις καμένες εκτάσεις, επιλογή βέβαια που εκείνη τη στιγμή και υπό καθεστώς πανικού δεν ήταν δυνατό να αξιολογηθεί ορθά. Δύο οχήματα το επιχείρησαν και οι επιβάτες τους κατόρθωσαν να σωθούν.

Ο δήμαρχος Ζαχάρως, που ήταν ένας από τους κατηγορούμενους στη δίκη, αποφάσισε να εγκαταλείψει το όχημα του και βρήκε πεζός διαφυγή. Όταν αποφάσισαν να κάνουν και οι υπόλοιποι το ίδιο, ήταν πολύ αργά. Μεταξύ των θυμάτων ήταν και τρεις εποχικοί πυροσβέστες, που έσπευσαν στο σημείο με ένα πυροσβεστικό όχημα. Ήταν αδύνατο όμως να αντιμετωπίσουν τα πύρινα μέτωπα που είχαν κυκλώσει την περιοχή.

Κάτω από φριχτές συνθήκες και «χωρίς καμία γνώση, καθοδήγηση και προφύλαξη», οι εγκλωβισμένοι επιχείρησαν να διαφύγουν με τα πόδια, για να βρεθούν σε απόσταση κάποιων μέτρων σε πλήρη απανθράκωση, με καθολικά εγκαύματα ή έχοντας υποστεί ασφυξία.

Τέσσερις άνθρωποι καταδικάστηκαν αμετάκλητα για την τραγωδία. Στην κάτοικο Παλαιοχωρίου Σοφία Νικολοπούλου, τον πρώην Νομάρχη Ηλείας, τον τότε δήμαρχο Ζαχάρως, και τον πυροφύλακα Μίνθης, Παναγιώτη Τσούρα αποδόθηκαν, κατά περίσταση τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή, του εμπρησμού δάσους από αμέλεια και του εμπρησμού πραγμάτων εξ αμελείας.


Κανείς τους πάντως δεν οδηγήθηκε στη φυλακή, καθώς οι πράξεις που τους βάραιναν ήταν πλημμεληματικού χαρακτήρα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 40 ετών (εκτιτέα τα 10 χρόνια), εξαγοράσιμη προς 40.000 ευρώ. Για την ηλικιωμένη Σοφία Νικολοπούλου, που αδυνατούσε να καταβάλει το ποσό, διατάχθηκε η κατ’ οίκον κράτησή της για όσο χρόνο προέβλεπει ο νόμος επί της εκτιτέας ποινής.

Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι γιατί αντιμετώπισαν «γραφειοκρατικά και επιφανειακά» τις προειδοποιήσεις για την επερχόμενη καταστροφή.

Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας είχε ενημερώσει με εξαιρετικώς επείγον έγγραφο ότι ο Νομός Ηλείας και συνακόλουθα ο Δήμος Ζαχάρως, τίθενται για την 24.8.2007 σε στάδιο ετοιμότητας – κατηγορίας κινδύνου 4 για τον κίνδυνο εκδήλωσης πυρκαγιάς. Το δικαστήριο εντόπισε «παντελή έλλειψη συντονισμού και συνεργασίας των εμπλεκόμενων φορέων, καθώς και ανυπαρξία οργάνωσης και ετοιμότητας». Σύμφωνα με το πόρισμα οι κατηγορούμενοι «δεν επέδειξαν την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και δεν μερίμνησαν να λάβουν χωρίς χρονοτριβή, όλα τα προβλεπόμενα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη – ετοιμότητα και την αντιμετώπιση ενδεχόμενης πυρκαγιάς, που ήταν επικείμενη λόγω τεκμηριωμένου κινδύνου της».

Ανάμεσα στα όσα απέδωσε η ελληνική Δικαιοσύνη στον πρώην νομάρχη και τον πρώην δήμαρχο είναι και το ότι δεν εκτέλεσαν έργα και εργασία προληπτικού καθαρισμού. Σύμφωνα με μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες συμπορεύονταν με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, οι δασικοί δρόμοι στην εν λόγω περιοχή ήταν απροσπέλαστοι και αδιάβατοι από τα ξερά χόρτα, οι αντιπυρικές ζώνες ανύπαρκτες και οι δεξαμενές και οι κρουνοί λιγοστοί και με προβλήματα στη λειτουργία τους.

«Συνάγεται αδιστάκτως ότι οι δύο κατηγορούμενοι παρέλειψαν να προβούν στις οφειλόμενες ενέργειες και δράσεις πρόληψης – ετοιμότητας, που ήταν αναγκαίες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του κινδύνου από δασική πυρκαγιά και την αποτροπή των συνέπειών της, παρόλο που είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση», καταγράφηκε στο σκεπτικό της απόφασης.

Αναφορικά με τον δήμαρχο Ζαχάρως, Π. Χρονόπουλο, επισημάνθηκε ότι ήταν πλέον 14:50 όταν επικοινώνησε «ανεξήγητα πολύ αργά, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες» με το πυροσβεστικό κλιμάκιο Κρεστένων και διαμαρτυρήθηκε για την αδράνεια τους, με τη φράση «πού είστε; θα καούμε».

Βάσει κρατικού σχεδιασμού, οι τοπικοί φορείς είχαν την υποχρέωση, σύμφωνα με το σχέδιο Ξενοκράτης, να έχουν σε ετοιμότητα πυροσβεστικά οχήματα, υδροφόρες, σκαπτικά μηχανήματα, όπως επίσης να είχαν προβεί σε διάνοιξη των αγροτικών δρόμων, κ.λ.π.

Κανένα όμως μέτρο από αυτά δεν είχε ληφθεί. Η πυρκαγιά στην Ηλεία άφησε πίσω της 63 νεκρούς, 147 καμένα χωριά, 30.000 νεκρά ζώα και σχεδόν 1 εκατομμύριο στρέμματα καμένου δάσους και καλλιεργήσιμων εκτάσεων.

Το πάθημα της αμεριμνησίας και της ολιγωρίας όμως δεν έγινε μάθημα, όπως αποδείχτηκε 11 χρόνια αργότερα στο Μάτι.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια