Δοξάτο Δράμας: Μαρτύρων και ηρώων αίμα, σαν σήμερα η μία από τις τρεις γενοκτονίες


Η συγκλονιστική αναφορά Παυλόπουλου στην τριπλή γενοκτονία του Δοξάτου – Από το “δεν ξεχνούμε” στο “διεκδικούμε”. Αντί αλλού προλόγου. Η πληρέστερη αναφορά στον μαρτυρικό τόπο του Δοξάτου Δράμας που έχει γίνει ποτέ από Έλληνα πολιτικό.


ΣΗΜΕΙΑ ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ Σ’ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΗΜΟΤΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΔΟΞΑΤΟΥ

Κύριε Δήμαρχε,

Με ιερή, κυριολεκτικώς, συγκίνηση και με το ανάλογο εθνικό δέος αποδέχομαι τον τίτλο του Επίτιμου Δημότη της Ηρωικής και Μαρτυρικής Πόλης του Δοξάτου. Επειδή δε η ύψιστη αυτή τιμή επιδαψιλεύεται όχι στο πρόσωπό μου αλλά στον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, σπεύδω να σας διαβεβαιώσω εξ αρχής ότι o τίτλος του Επίτιμου Δημότη του Δοξάτου είναι εφεξής βασικός δείκτης πορείας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων μου. Δείκτης πορείας του οποίου οι συντεταγμένες προσδιορίζονται, αμιγώς, από την μεγαλειώδη Θυσία και Ιστορία των κατοίκων του Ηρωικού και Μαρτυρικού Δοξάτου. Κι εδώ επιτρέψατέ μου να γίνω, εν συντομία φυσικά, σαφέστερος:

I. Το Δοξάτο αποτελεί τον μοναδικό, εξ όσων γνωρίζουμε, τόπο στην Παγκόσμια Ιστορία, ο οποίος βίωσε τρεις εισβολές και δύο Ολοκαυτώματα σε διάστημα μόλις 28 ετών. Πρόκειται για συμβάντα που έλαβαν χώρα μεταξύ 1913 και 1941, δηλαδή σε χρόνια άκρως πολυτάραχα και ως εκ τούτου κρίσιμα για την διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας αλλά και, γενικότερα, της γεωπολιτικής ισορροπίας στα Βαλκάνια. Η πανέμορφη πόλη σας έγινε ιερός τόπος Μαρτυρίου κατά τους αγώνες των Ελλήνων για την υπεράσπιση της διαχρονικής ελληνικότητας της Μακεδονίας από τους κάθε είδους επιβούλους της, ταυτοχρόνως όμως αναδείχθηκε και σε μοναδικό μνημείο άφατης και ανυπέρβλητης δόξας των πεσόντων για την Ελευθερία της. Η έμπνευση μιας εμβληματικής μορφής της νεότερης Ιστορίας μας, του τότε Μητροπολίτη Δράμας και, στην συνέχεια, Σμύρνης, Εθνομάρτυρα Χρυσοστόμου –του οποίου, ειρήσθω εν παρόδω, η προσωπική ιστορία και θυσία αποδεικνύει, για μιαν ακόμη φορά, πόσο απόλυτα συνυφασμένη είναι η πορεία της Ορθοδοξίας μ’ εκείνην του Ελληνισμού- να χτιστεί, στο διάστημα 1908-1910, Δημοτικό Σχολείο στην είσοδο του Δοξάτου σε σχήμα ενός εντυπωσιακού «Ε», που είναι το αρχικό γράμμα των λέξεων Ελλάδα και Ελευθερία, όχι μόνον αποτυπώνει την φλόγα και τον πόθο των Δοξατινών εκείνης της εποχής για Ελευθερία, αλλά και καταγράφει, με τρόπο σχεδόν προφητικό και ως παρακαταθήκη στο διηνεκές, τις δύο αυτές ύψιστες αξίες. Αξίες για τις οποίες, στα δύσκολα χρόνια που σύντομα ακολούθησαν, οι Δοξατινοί αγωνίσθηκαν με απαράμιλλο σθένος και τελικώς θυσίασαν τα πάντα, ακόμη και την ίδια την ζωή τους.

II. Το πρώτο Ολοκαύτωμα, με θύματα παραπάνω από 600 αθώους (άνδρες γυναίκες και παιδιά) και με καμένες πάνω από 240 οικίες, συνέβη στις 30 Ιουλίου 1913, όταν οι Βούλγαροι, καθώς ηττήθηκαν στον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο και οπισθοχωρούσαν, επιτέθηκαν ανάνδρως στο Δοξάτο. Την φρίκη της σφαγής τόσων αθώων και της ισοπέδωσης της Πόλης του Δοξάτου κατέγραψε, με ανατριχιαστικά ακριβείς περιγραφές, ο ευρωπαϊκός Τύπος της εποχής εκείνης.

III. Όμως, οι Δοξατινοί δεν έσκυψαν το κεφάλι αλλά, αντιθέτως, προσέφεραν εκ νέου τις υπηρεσίες τους στην Πατρίδα κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε τον Ιούνιο του 1917 υπέστησαν νέα εισβολή στην πόλη τους, με συνέπεια νέα δεινά. Οι Βούλγαροι αιχμαλώτισαν τότε όλον τον εναπομείναντα ανδρικό πληθυσμό και τους οδήγησαν ομήρους στα βάθη της Βουλγαρίας, όπου αντιμετώπισαν τον θάνατο σε τάγματα εργασίας. Την ίδια εποχή 200 γυναικόπαιδα πεθαίνουν από λιμό και κακουχίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά την νέα αυτή συμφορά, όσοι κάτοικοι διασώθηκαν, ενισχυμένοι από ξεριζωμένους –λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής- Πρόσφυγες του Ελληνισμού του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ωραιότατη πόλη, ονομαστή για την αρχιτεκτονική των διώροφων κτιρίων της, που συνδύαζαν τον νεοκλασικισμό με την «αρτ νουβώ» και τους περίτεχνους ζωγραφικούς διακόσμους.

IIII. Το Δεύτερο Ολοκαύτωμα εις βάρος του Δοξάτου και των κατοίκων του συντελέσθηκε όταν, κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, οι Βούλγαροι, ως σύμμαχοι των Δυνάμεων του Άξονα, κατέλαβαν, για τρίτη φορά, την Πόλη. Η απαγόρευση της ελληνικής γλώσσας, το κλείσιμο των σχολείων, η δήμευση περιουσιών, οι βασανισμοί, οι βιασμοί, δεν έκαμψαν το φρόνημα –και, συνακόλουθα, την αντίσταση- των Δοξατινών. Ως εκ τούτου η μανία των βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής εκδηλώνεται υπό την μορφή μιας «τελικής λύσεως», όταν μέσα μόνον σ’ ένα βράδυ, αυτό της 29ης Σεπτεμβρίου του 1941, δολοφονήθηκαν 350 κάτοικοι του Δοξάτου (ανάμεσά τους γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι).
Κύριε Δήμαρχε,

Εσείς, οι Δοξατινοί, αποδειχθήκατε πιστοί στη ρήση του Θουκυδίδη, «και παρά δύναμιν τολμηταί και παρά γνώμην κινδυνευταί και εν τοις δεινοίς ευέλπιδες». Ήταν, επομένως, για μένα μεγίστη τιμή το ότι σήμερα το πρωί απέθεσα στο Ηρώο σας τον προσφάτως επανακτηθέντα Πολεμικό Σταυρό Α′ Τάξεως, ο οποίος δικαίως είχε απονεμηθεί στο Ηρωικό και Μαρτυρικό Δοξάτο από την Πολιτεία. Και δεσμεύομαι ότι θα πράξω καθετί που μου αναλογεί, στο πλαίσιο των κατά το Σύνταγμα αρμοδιοτήτων μου, προκειμένου να διατηρηθεί ες αεί άσβεστη η μνήμη των ηρώων του Δοξάτου, ως παρακαταθήκη χρέους όλων μας, όπως και των επομένων γενεών, να τους μιμηθούμε εάν και όποτε οι συνθήκες το επιβάλλουν.

Μετά την απελευθέρωση των Σερρών, το 21ο Σύνταγμα της 7ης Μεραρχίας διατάσσεται να κατευθυνθεί προς τη Δράμα και να συνεχίσει την καταδίωξη των Βουλγάρων, που κατείχαν την περιοχή από τον Οκτώβριο του 1912. Το πρωί της 30ης Ιουνίου, μία ίλη ιππικού της 10ης Μεραρχίας του βουλγαρικού στρατού, με επικεφαλής τους ταγματάρχες Μπίρνεφ και Σιμεόνοφ, συνεπικουρούμενη από ένα τάγμα πεζικού και ομάδες κομιτατζήδων, κυκλώνει το Δοξάτο (9 χιλιόμετρα Ν/Α της Δράμας.


Φωτογραφία: Ορφανά στα χαλάσματα του Δοξάτου

Σκοπός τους να σφάξουν και να λεηλατήσουν το πλούσιο χωριό της Δράμας, που κατοικείται από Έλληνες χριστιανούς και μουσουλμάνους. Ως δικαιολογία προβάλλουν το επιχείρημα ότι είχαν παρενοχληθεί από ομάδες Ελλήνων προσκόπων (στρατιωτικό σώμα από εθελοντές απόμαχους του Μακεδονικού Αγώνα).

Αμέσως, οι επιδρομείς άρχισαν να σφάζουν αδιακρίτως όσους Δοξατινούς και Δοξατινές είχαν απομείνει στο χωριό, με πρωτοστατούντες τους κομιταζήδες. Στη συνέχεια περιέλουσαν με πετρέλαιο τα σπίτια του Δοξάτου και το παρέδωσαν στις φλόγες. Με τους Βουλγάρους συνενώθηκαν και αρκετοί μουσουλμάνοι του Δοξάτου, τους οποίους οι επιδρομείς έπεισαν ότι η Βουλγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχαν συμμαχήσει κατά της Ελλάδας.

Ο τραγικός απολογισμός των βουλγαρικών ωμοτήτων στο Δοξάτο ήταν 650 νεκροί (περίπου το ένα τρίτο των κατοίκων), ενώ 240 σπίτια και 80 καταστήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς. Αφού ολοκλήρωσαν το απάνθρωπο έργο τους, οι επιδρομείς με τη λεία τους κατευθύνθηκαν προς τα βόρεια. Την επομένη, 1η Ιουλίου 1913, το 21ο Σύνταγμα του ελληνικού στρατού κατέλαβε αμαχητί τη Δράμα και το Δοξάτο και ολοκλήρωσε την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας.

Η σφαγή και η πυρπόληση του Δοξάτου απασχόλησε τον διεθνή Τύπο, που περιέγραψε με μελανά χρώματα την εν γένει συμπεριφορά των Βουλγάρων.

Ο Άγγλος πλοίαρχος Κάρνταλ έγραψε στη Daily Telegraph:


Κατά την είσοδον εις την πόλιν, το πρώτο όπερ προσέπεσεν εις τους οφθαλμούς μου, ήσαν αι αγέλαι κυνών καταβροχθιζόντων ανθρωπίνους σάρκας. Η πόλις τελείως κατεστραμμένη εφαίνετο έρημος, ως εκ τούτου δε ηναγκάσθην να φωνάξω επανειλημμένως δια να εμφανισθώσι γραίαι τινές εκ των ερειπίων. Όλα τα πτώματα ήσαν διάτρητα υπό τον λογχών και έφερον ίχνη απίστευτων ακρωτηριασμών. Οι τοίχοι των οικιών είχον ρυπανθεί από αίματα, εις το ύψος έξι ποδών από τους εδάφους, τουθ’ όπερ εξηγείται, κατά το λέγειν των επιζώντων εκ του ότι τα δυστυχή θύματα δεν είχον σφαγεί αμέσως, αλλά εθανατούντο δια λογχισμών…

Ο απεσταλμένος των Τάιμς του Λονδίνου, Κρόφοντ Πράις, παραθέτει συγκλονιστικές μαρτυρίες από θύματα και αυτόπτες μάρτυρες της σφαγής:

Δεν ήτο δύσκολον να συναγάγη τις την αλήθειαν περί του τι συνέβη εν Δοξάτω. Διεσώθησαν πολλά βασανισθέντα θύματα όπως αφηγηθούν τα συμβάντα, εν οις και εις νεανίας (ο οποίος παρ’ όλους τους δέκα λογχισμούς, τους οποίους έλαβεν, έζη ακόμη, καθώς και πολλά μικρά παιδία εις το νοσοκομείον φέροντα τραύματα επί της κεφαλής, κατενεχθέντα διά της σπάθης των Βουλγάρων ιππέων, καθ’ ήν στιγμήν κατεδίωκαν τα νήπια θύματά των δια των αγρών […] 

Οι πρώτοι παραστάντες επί τόπου Ευρωπαίοι συμφωνούν ότι ο ολικός αριθμός των σφαγέντων δεν ήτο ολιγώτερος των 400 (πολλοί τους υπολογίζουν εις 600). Μερικά των πτωμάτων είχον ήδη ταφή, άλλα είχαν καή, αλλά τα υπόλοιπα απέμενον εκτεθειμένα, μερικά δε μόλις εκαλύπτοντο δι’ ελαφρού τινός στρώματος άμμου. Οι επισκέπται είδον σκύλους καταβροχθίζοντας ανθρωπίνους σάρκας, αυλάς οικιών αχνιζούσας εκ του αίματος των θανατωθέντων ατυχών, λίθους επί των οποίων διετηρούντο ακόμη υπολείμματα τριχωμάτων των κεφαλών των θυμάτων, αίτινες είχον καταθραυσθή δια κτυπημάτων, δωμάτια, οι τάπητες των οποίων, αι ψάθαι και τα προσκεφάλαια ήσαν καλυμένα με το αίμα των σφαγέντων, τοίχους δεικνύοντας τους τύπους των όλων, δια των οποίων μια γυνή και εν παιδί είχον σταυρωθή.

Η ιταλική εφημερίδα Il Secolo XIX περιγράφει την επιδρομή των Βουλγάρων:


Οι κάτοικοι έντρομοι συλλέξαντες ό,τι πολύτιμον είχον ήρχισαν να φεύγωσιν προς Καβάλαν και άλλοι δια της κοίτης του ξεροχείμαρρου προς τα όρη. Εκατοντάδες τινές εκλείσθησαν εντός των οικιών. Αίφνης ενεφανίσθη βουλγαρικό ιππικό και ήρχισε λυσσώδη καταδίωξη των φευγόντων. 400 Βούλγαροι στρατιώτες εισήρχοντο με «εφ’ όπλου λόγχη», ακολουθούμενοι υπό δύο αμαξών, φορτωμένων με πετρέλαιον. Το ιππικό εξ 120 ανδρών υπό των Μπίρνεφ και Συμεώνωφ κατεδίωκαν τους φεύγοντας , άνδρας, γυναίκες και παιδιά ρίπτοντες αυτούς καταγής διά σπαθισμών.

Τις βουλγαρικές ωμότητες εκθέτει και ο απεσταλμένος της ρωσικής εφημερίδας Ρούσκιε Ούτρο, Βλαντιμίρ Τορνόφ:

Αι ανθρωποθυσίαι αι διαπραχθείσαι υπό των Βουγκάρων υπήρξαν φρικαλέαι. Εκατοντάδες αθώων πολιτών κατεσφάγησαν, αι δε διαρπαγαί υπήρξαν κολοσσιαίαι. Είδομεν κατά γής εν μέσω ερειπίων χρηματοκιβώτια βιαίως διερρηγμένα, ραπτομηχανάς κατεστραμμένας […] Γυναίκες εθρήνων πικρώς και συνέστρεφον τας χείρας εξ απογνώσεως. Είδον ιδίοις οφθαλμοίς παιδία πληγέντα δια λογχισμών. Εις πλείστα μέρη συνηντήσαμεν σωρούς πτωμάτων εκτεθειμένων εις τον καύσωνα του ηλίου και άλλα πτώματα κατά το ήμισυ ξεθαμμένα και των οποίων οι πόδες, η κεφαλή και αι χείρες προέβαλον φρικαλέας εκ της γης…

https://www.sansimera.gr/articles/640

Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών (1941-44)


Βούλγαροι στρατιώτες του κατοχικού στρατού με τα κομμένα κεφάλια των Ελλήνων ανταρτών. Σεπτέμβριος 1941, Δράμα.

Η Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προέκυψε από τη συνεργασία της Βουλγαρίας με τις δυνάμεις του Άξονα κατά την επίθεσή τους εναντίον της Ελλάδας. Ξεκίνησε με την είσοδο του βουλγαρικού στρατού στις 20 Απριλίου 1941 και έληξε με την οριστική αποχώρηση των στρατευμάτων στις 26 Οκτωβρίου 1944.

Οι περιοχές που καταλήφθηκαν αρχικά ήταν η Ανατολική Μακεδονία και η ελληνική Θράκη, εκτός από μία έκταση στα ελληνικά σύνορα με την Τουρκία στο νομό Έβρου, που παρέμεινε υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η σφαίρα επιρροής της Βουλγαρίας στα ελληνικά εδάφη μεγεθύνθηκε και ο βουλγαρικός στρατός προωθήθηκε στην Κεντρική Μακεδονία μέχρι τον Αξιό, εξαιρουμένης της Θεσσαλονίκης και μιας έκτασης 20 μιλίων γύρω από αυτήν.

Οι Βούλγαροι ακολούθησαν πολιτική εξόντωσης και απελάσεων του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής, με στόχο τον εκβουλγαρισμό της περιοχής και την οριστική προσάρτηση της από την Βουλγαρία. Στην προσπάθειά τους αυτή πραγματοποίησαν απελάσεις δημοσίων υπαλλήλων, κλείσιμο ελληνικών σχολείων και διωγμό εκπαιδευτικών, αντικατάσταση Ελλήνων κληρικών από Βούλγαρους ιερείς και πραγματοποίηση μετονομασιών. Με ένα σύστημα έκδοσης αδειών άσκησης επαγγέλματος κατέστησαν αδύνατη την άσκηση επαγγελμάτων από Έλληνες. Μέχρι τα τέλη του 1941 είχαν εκδιώξει περισσότερους από 100.000 Έλληνες πραγματοποιώντας παράλληλα εποικισμούς με βουλγαρικούς πληθυσμούς.

Η Κατοχή 1941-44 αποτέλεσε την τρίτη κατα σειρά βουλγαρική κατοχη της περιοχής μετά την Α΄ Βουλγαρική Κατοχή (1913) και τη Β΄ Βουλγαρική Κατοχή (1916-1918).

Πριν την κήρυξη του πολέμου


Πριν από την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία εναντίον της Ελλάδας οι επίσημες θέσεις του βουλγαρικού κράτους τάσσονταν υπέρ της ουδετερότητας] παρόλο που είχε αρχίσει ήδη η προσέγγιση με τον Άξονα. Αυτές οι συνομιλίες κατέληξαν στην υπογραφή του πρωτοκόλλου της 1ης Μαρτίου που σφράγισε την είσοδο της Βουλγαρίας στον Άξονα και καθόρισε τους όρους της συμφωνίας (παραχώρηση στη βουλγαρική διοίκηση της περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης πέραν του Έβρου, ελεύθερη διάβαση των γερμανικών στρατευμάτων μέσω της Βουλγαρίας) που έγινε αποδεκτή από το σύνολο σχεδόν του βουλγαρικού πολιτικού κόσμου και του λαού.

Είσοδος των βουλγαρικών στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος

Με απόφαση του παλατιού, τα βουλγαρικά στρατεύματα προχώρησαν επίσημα στην είσοδό τους σε ελληνικό έδαφος στις 20 Απριλίου 1941 χωρίς η Βουλγαρία να έχει κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα και χωρίς να έχουν διακοπεί οι διπλωματικές τους σχέσεις.

Για την Γερμανία, ο σκοπός της εισόδου των βουλγαρικών στρατευμάτων ήταν καταρχήν η διαφύλαξη της τάξης με την απεμπλοκή των γερμανικών στρατευμάτων που θα ήταν χρήσιμα σε άλλες εμπόλεμες ζώνες ενώ οποιαδήποτε αναθεώρηση των συνόρων και εφαρμογή άμεσου πολιτικού ελέγχου προς όφελος των Βουλγάρων θα αποφασιζόταν με το πέρας του πολέμου. Σε αυτές τις απόψεις των συμμάχων τους αντιτάχθηκαν σφόδρα οι βουλγαρικές αρχές που με την έναρξη της διοίκησης (de facto κατοχής) της περιοχής ξεκίνησαν τις διαδικασίες ενσωμάτωσής της στον κύριο κορμό του βουλγαρικού κράτους.Χάρτης των ζωνών κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα (Γερμανια, Ιταλία, Βουλγαρία) κατά τον Β’ ΠΠ.

By Original author: Michalis FamelisTranslator: Kostisl – Wikimedia commons, original work Image:Gr-triple-occupation.png, CC BY-SA 3.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=2996853

Διαχείριση των κατεχόμενων περιοχών


Το βουλγαρικό κράτος ονόμασε την κατεχόμενη περιοχή «Μπελομόριε» («Αιγαΐδα») και ξεκίνησε την αναθεώρηση της πραγματικότητας της περιοχής με την αντικατάσταση των ελληνικών πολιτικών και αστυνομικών υπηρεσιών με αντίστοιχες βουλγαρικές και την αναθεώρηση του πολιτικού χάρτη (χάραξη νέων επαρχιών κι ενσωμάτωση άλλων σε υπάρχουσες βουλγαρικές).

Κύριο όργανο στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν και οι διάφοροι βουλγαρικοί πατριωτικοί και αθλητικοί σύλλογοι και οι κατά τόπους βουλγαρικές εφημερίδες. Έγιναν προσπάθειες υπαγωγής του πληθυσμού στο βουλγαρικό εκπαιδευτικό σύστημα οι οποίες ωστόσο δεν είχαν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, παράλληλα με απαγόρευση χρήσης της ελληνικής γλώσσας και επιβολής χρήσης της βουλγαρικής στη δημόσια ζωή. Επίσης η ελληνική εκκλησιαστική δομή αναιρέθηκε για να ενταχθούν οι εκκλησίες στην βουλγαρική εξαρχία.

Οι πολιτικές πολιτικής και οικονομικής καταδίωξης των Ελλήνων και των λοιπών εθνοτικών ομάδων της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (κυρίως Πομάκων μα και μουσουλμάνων) συμπεριέλαβαν επιστράτευση για αμισθί εργασία σε έργα στην κατεχόμενη Γιουγκοσλαβία, στην Βουλγαρία ή στα κατεχόμενα ελληνικά εδάφη για την κατασκευή σιδηροδρόμων και την καταστροφή ελληνικών οχυρωματικών έργων.

Τα τάγματα εργασίας ήταν συνώνυμο της εξόντωσης καθώς πολλοί δεν άντεχαν τις δοκιμασίες και πέθαναν από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια. Οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης στα «ντουρντουβάκια» (όπως ονομάζονταν τα τάγματα εργασίας) ήταν απάνθρωπες, χωρίς στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής, με λίγο νερό και κακής ποιότητας φαγητό. Ο δριμύς λοιμός του χειμώνα του 1942-43 βρήκε τους Έλληνες κατοίκους να στερούνται βασικές προμήθειες αγαθών (φαρμάκων και τροφίμων) και να υπόκεινται σε οικονομική διάκριση με αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών από ασιτία.

Όσον αφορά την οικονομική πραγματικότητα, οι βουλγαρικές αρχές πήραν μέτρα για τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας των Ελλήνων. Ο οικονομικός αυτός διωγμός εντάθηκε και με τις ευρύτατες καταστροφές που προκάλεσαν οι βουλγαρικές αρχές στην οικονομική δραστηριότητα των κατεχόμενων. Οι ζημιές στην ελληνική οικονομία από την ευρύτερη διαχείριση των Βουλγάρων των περιοχών αυτών ανήλθαν στα 985.000.000 δολάρια με τραγική μείωση των δασών και συμβολή στην ερήμωση της υπαίθρου.

Δημογραφική πραγματικότητα κατά την διάρκεια της κατοχής


Ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής παρουσίασε τρομερές μειώσεις καθώς πολλοί αναγκάστηκαν σε έξοδο προς την γερμανοκρατούμενη Μακεδονία, την Αθήνα και τον Πειραιά με την φυγή ατόμων να υπολογίζεται σε 170.000. Αρκετοί μουσουλμάνοι μα και χριστιανοί διέφυγαν και προς την Τουρκία ενώ οι εκτοπισμένοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Κεντρικής Ευρώπης Εβραίοι υπολογίζονται γύρω στους 4.000. Από την άλλη πλευρά οι βουλγαρικές αρχές προσπάθησαν να προσελκύσουν κατοίκους της Βουλγαρίας με σκοπό τον εποικισμό των κατεχομένων περιοχών.

Υπολογίζεται ότι περίπου 120.000 έποικοι εγκαταστάθηκαν στα 3 χρόνια της κατοχής αν και τόσο το χαμηλό επίπεδο των εποίκων όσο και η αντικειμενική πραγματικότητα της περιοχής απέτρεψαν την ουσιαστική μεταβολή του χαρακτήρα των κατεχόμενων.

Εθνική Αντίσταση στην Ανατολική Μακεδονία


Ήδη από τον Ιούλιο του 1941 δρούσε στη Βισαλτία του Σερρών το αντιστασιακό σώμα «Οδυσσέας Ανδρούτσος». Η πρώτη μαζική εξέγερση του ελληνικού λαού η οποία έλαβε καθαρά μαχητικό και επαναστατικό χαρακτήρα συνέβη στην περιοχή της Δράμας, όπου η βουλγαρική κατοχική διοίκηση επιχειρούσε με μεθοδικότητα τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων. Ο πληθυσμός αντέδρασε στην βίαιη προσπάθεια αφελληνισμού.

Στις 28 προς 29 Σεπτεμβρίου 1941 ο λαός της Δράμας και των γύρω χωριών εξεγείρεται και καταλύει τις βουλγαρικές αρχές. Η αυθόρμητη αυτή εξέγερση της Δράμας, καταπνίγεται από τους Βούλγαρους που εκτελούν ομαδικά 3.000 πατριώτες στην πόλη της Δράμας, στην Προσοτσάνη, τη Χωριστή, το Δοξάτο αλλά και τα χωριά Κύργια, Κουδούνια, Αδριανή, Άγιος Αθανάσιος, Κοκκινόγεια, Μικρόπολη, Χαριτωμένη, Φωτολίβος, Σιταγροί, Μικρόκαμπος, Μυλοπόταμος και Μαυρότοπος.

Τα γεγονότα της Δράμας είχαν συγκλονιστική επίδραση σε ολόκληρο τον υπόδουλο ελληνικό λαό. Και καθώς σε αυτά προσθέτονταν οι καθημερινές εκτελέσεις Ελλήνων από τα στρατεύματα κατοχής, ως αντίποινα για σποραδικές αντιστασιακές ενέργειες, και η ομαδική εξόντωση των κατοίκων των χωριών Άνω και Κάτω Κερδυλίων (17 Οκτωβρίου 1941), Μεσόβουνου Κοζάνης (23 Οκτωβρίου 1941) και Κλειστού, Κυδωνίας και Αμπελοφύτου Κιλκίς (25 Οκτωβρίου 1941) από τους Γερμανούς, γίνεται κοινή συνείδηση ότι μόνο με τον ένοπλο αγώνα ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί ο κατακτητής.

Τον Σεπτέμβριο του 1944 στην Προσοτσάνη και ενώ η ευρύτερη Ανατολική Μακεδονία βρισκόταν ακόμη υπό την κατοχή των Βουλγάρων, ο δημοδιδάσκαλος Κωνσταντίνος Καζάνας μαζί με τον Αστέριο Αστεριάδη υπέστειλαν τη βουλγαρική σημαία και ύψωσαν την ελληνική, στην κεντρική πλατεία της πόλης, παρά την τρομοκρατία και τις απειλές των κατακτητών. Το γεγονός αυτό καταδίκασε τον Κωνσταντίνο Καζάνα σε εξορία στις φυλακές στη Σόφια αλλά αποτέλεσε ράπισμα προς τις φασιστικές βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής και ταυτόχρονα αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων αγωνιστών και του τοπικού πληθυσμού.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια