1974: «Θεέ μου!!! Όσες έχουμε υποστεί βιασμό, δεν θα βρει ποτέ ηρεμία η ψυχή μας»


Πόσες αθώες γυναίκες και κορίτσια το 1974 υπέστησαν εξευτελισμούς, βιασμούς, ατομικά ή και μαζικά, δημόσια ή ενώπιον της οικογένειας τους;

Πόσες από αυτές βρέθηκαν αντιμέτωπες με ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και υπέστησαν αναγκαστικές εκτρώσεις;

Πόσοι σύζυγοι εγκατέλειψαν τις συζύγους τους που είχαν βιαστεί, μη μπορώντας να κατανοήσουν, αλλά και να σταθούν επάξια στο ύψος των περιστάσεων;

Μια προσευχή για όλες εκείνες τις γυναίκες που μέχρι σήμερα έκρυβαν βαθιά τις πληγές τους χωρίς ποτέ να αναφέρουν τίποτα και σε κανέναν. Κουβαλούσαν και κουβαλούν όλες εκείνες τις ψυχολογικές «κακώσεις» που δημιουργεί ο βιασμός. Εκείνες που τα βράδια ακόμα υποφέρουν από εφιάλτες.

1974


Σάββατο, 05:20 ώρα πρωινή. Τουρκικά στρατεύματα αποβιβάζονται στην ακτή Πέντε Μίλι στα παράλια της Κερύνειας.

Περίπου 40.000 Τούρκοι στρατιώτες υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Νουρετίν Ερσίν, υλοποιώντας το σχέδιο με το κωδικό όνομα «Αττίλας»,

εισβάλλουν παράνομα και κατά παράβαση του καταστατικού χάρτη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις βόρειες ακτές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Καθώς οι σειρήνες αντηχούν…

Οι εν ψυχρώ δολοφονίες αμάχων από την Κερύνεια μέχρι και τη Λευκωσία πνίγουν την Κύπρο στο αίμα, η θάλασσα μας γίνεται κόκκινη. Ο πόνος των γυναικών και των μικρών κοριτσιών που έχουν υποστεί βιασμό ακόμα “σκοτώνει” τις ψυχές τους. Ιστορίες που στοίχειωσαν τις ζωές κάποιων ανθρώπων, εφιάλτες που θα τους κυνηγούν και στον τάφο.

Η Χριστίνα από την Άσσια περιγράφει όλα όσα βίωσε στα χέρια του τουρκικού στρατού και των Τουρκοκυπρίων.

«Ο πόλεμος αν τον δεις με γυναικεία μάτια, είναι πιο τρομακτικός. Δεν πρέπει να ρωτάτε εμάς τις γυναίκες.

Την 14η Αυγούστου 1974…


Η Άσσια (ήμασταν περίπου 900 με 1000 κάτοικοι), βρέθηκε στα χέρια των Τούρκων. Δεν μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους τα όσα βιώσαμε...

Είδαμε σε όλο της το μεγαλείο την άγρια πρωτόγονη βαρβαρότητα του Τούρκου. Ήμουν μόλις 14 ετών μα ο πόλεμος, ο βιασμός και ο θάνατος, με μεγάλωσαν και με γέρασαν απότομα. Από τότε νιώθω κουρασμένη και γερασμένη.

Στην περιοχή του χωριού μου δεν έγιναν μάχες και ούτε υπήρχαν μονάδες της Εθνικής Φρουράς στην Άσσια όμως διαδραματίστηκε μια από τις τραγικότερες παραστάσεις της Κυπριακής τραγωδίας του 1974. Δυστυχώς, δεν υπάρχει συγχωριανός μου που να μην έχει χάσει, πατέρα, παιδί, αδελφό ή αδελφή, θείο ή θεία ή φίλο.

Οι Ασσιώτες και όσοι έτυχαν να εγκλωβιστούν στο χωριό, οι ψυχές τους θα κουβαλούν τόσους εφιάλτες που θα συνεχίζουν ακόμα και μετά το θάνατό τους.

Όλοι οι άνδρες και παιδιά πέραν της ηλικίας των 15 συνελήφθησαν. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά της κατάληψης, 13 άμαχοι επιβεβαιωμένα δολοφονήθηκαν. Ανάμεσα τους ο αδελφός μου και ο θείος μου.

Εμείς τα γυναικόπαιδα ζούσαμε σε απάνθρωπες συνθήκες εκφοβισμού και καταπίεσης. Διαμόρφωσαν συνθήκες κόλασης, με τις δολοφονίες, τους βιασμούς, τις συστηματικές λεηλασίες και τους εκτελεσθέντες και πολλά νεκρά ζώα να παραμένουν άταφα για μέρες. Δεν μπορούσε κανείς μας να αντέξει εκείνη τη μυρωδιά... τη μυρωδιά του θανάτου.

Πιστεύαμε ότι στο σπίτι της θείας μου θα γλυτώναμε…

Η μητέρα μου ήθελε να πάμε με την αδελφή μου στο σπίτι της θείας μου γιατί πίστευε ότι εκεί θα γλυτώναμε. Δυστυχώς όμως…

Εκείνοι που ερχόντουσαν στο σπίτι ήταν Τουρκοκύπριοι και μας ήξεραν όλες, καμιά μας δεν γλύτωσε…

Εμένα με βίασαν δυο φορές. 

Η καημένη η αδελφή μου μετά από κάθε φορά, μου χάιδευε τα μαλλιά και κλαίγοντας μου έλεγε: 

«Σιώπα, πέρασε, αύριο θα είσαι καλά» και ηρέμιζα για λίγο. Για μέρες έτρεμε όλο μου το σώμα και ήθελα συνέχεια κάποιαν να μου κρατάει το χέρι, έτσι μόνο ένιωθα ασφάλεια. Την νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ, νόμιζα ότι άκουγα συνέχεια βήματα και ότι ερχόντουσαν να μας σκοτώσουν.

Όλες εκείνες οι εικόνες που μοιάζουν με μαχαιριές θα με κυνηγούν μέχρι και το τέλος της ζωής μου. Τα αίματα, οι φωνές, τα κλάματα, δεν μου είναι εύκολο… Θα πονάω μέχρι να πεθάνω.

Βιάστηκαν πολλές κοπέλες και είμαι σίγουρη ότι και εκείνες πονάνε ακόμα, σιχαίνονται, θυμώνουν, κλαίνε κρυφά τα βράδια.

Δεν ήταν όμως μόνο ο βιασμός που μου “σκότωσε” τη ψυχή…

Ήταν και ο θάνατος του αδελφού μου και του θείου μου. Θυμάμαι τη μάνα μου που έσκυβε πάνω από τα κεφάλια μας και έκλεγε. Τα δάκρυα της έτρεχαν χωρίς σταματημό πάνω στα μαλλιά μας και ο πόνος της “έπνιγε” και τη δική μας ψυχή.

Θεέ μου!!! Γιατί άφησες να γίνει αυτό το κακό; Και νεκροί θα πονάμε!»

Η Μαρία αναφέρει στο Ant1.com.cy:


«Πίστευα πως ποτέ δεν θα έβγαζα από το στόμα μου όλα όσα έζησα κατά το διάστημα της τουρκικής εισβολής. Ούτε οι γονείς, ούτε τα αδέρφια μου έμαθαν ποτέ τίποτα. Ένα μυστικό που έκτος από τον ηλικιωμένο τότε πεθερό μου, κανείς δε γνώριζε. Ούτε καν στο άντρα μου βρήκα ποτέ το κουράγιο να μιλήσω!

Φοβόμουν πως αν το μάθαινε, θα με σιχαινόταν. Ίσως επειδή γερνάω, αποφάσισα να το πω, μόνο και μόνο για να μην το πάρω μαζί μου στον τάφο. Ποτέ δεν τολμούσα να μιλήσω στους δικούς μου. Ήθελα κάποιον ξένο που να μου εμπνέει εμπιστοσύνη και να μου υποσχεθεί πως ότι και να γίνει δεν θα αποκαλύψει ποτέ το πραγματικό μου όνομα. Και ο λόγος είναι ότι, οι δικοί μου θα με λυπούνται και σίγουρα θα αλλάξει η συμπεριφορά τους απέναντι μου.

Θα με προσέχουν περισσότερο και θα με ρωτάνε όλο και περισσότερα επειδή δε θα αρκεστούν σε αυτά που θα τους πω.

Κατά την διάρκεια της τουρκικής εισβολής άφησα τους γονείς μου και ακολούθησα τον άντρα μου στο δικό του χωρίο, καθότι δεν ήθελε να αφήσει μόνο τον πατέρα του. Η μητέρα του πέθανε όταν ήταν μικρός. Αγαπούσα πολύ τον μακαρίτη τον πεθερό μου, γιατί με είχε πάντα σαν δική του κόρη.

Ακόμα και μετά το βιασμό μου, δεν άλλαξε καθόλου η συμπεριφορά του απέναντι μου. Για τον εφιάλτη που έζησα δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν ούτε καν στον γιό του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο που με κοιτούσε στα μάτια κάθε φορά. Ακόμα και στις τελευταίες του στιγμές λίγα χρόνια αργότερα, δε μου ανάφερε το παραμικρό. Ήξερε πως θα ντρεπόμουν και θα πληγωνόμουν μαζί.

Γνώριζα πως πονούσε πολύ και εκείνος που δεν μπόρεσε να με προστατέψει, με το όπλο στον κρόταφο τον έσπρωξαν να μπει στο δωμάτιο. Εικόνες που μέχρι χτες δεν ήθελα να φέρνω στη μνήμη μου αλλά δυστυχώς για πάρα πολλά χρόνια με έκαναν να πετάγομαι από τον ύπνο μου.

Έκανα αμέτρητες προσπάθειες να τις βγάλω από το μυαλό μου, αλλά μάταια. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη στιγμή που με άρπαξε ο ένας από τους δύο από τα μαλλιά και με πέταξε χάμω, γονάτισε πάνω από το κεφάλι μου και με κρατούσε από τους αγκώνες. Προσπάθησα να ξεφύγω αλλά ήταν αδύνατον, άρχισα να κλαίω και να ουρλιάζω, να τους παρακαλάω να με αφήσουν, εκείνος που μου κρατούσε τα χέρια θύμωσε πολύ, μου είπε κάτι στα τούρκικα και αφού έβαλε τα γόνατα του πάνω στα χέρια μου, μου έκλεισε το στόμα .

Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, αδύνατη να αντιδράσω άλλο, παρά μόνο να κλαίω. Όταν τελείωσαν, αυτός που μου κρατούσε τα χέρια μου έδωσε μια κλωτσιά στη μέση και μου μίλησε ελληνικά «Εν λία σας ‘κομα». Ήμουν σίγουρη πως επρόκειτο για τουρκοκύπριο.

Σωριασμένη στο πάτωμα έκλαια από πόνο και ντροπή. Κανείς δεν θα μπορούσε να βγάλει τη βρωμιά και τον πόνο από μέσα μου. Τραβούσα και

έτριβα το δέρμα μου με όλη μου τη δύναμη, θέλοντας να το βγάλω για να φύγω από πάνω μου τη βρωμιά, αλλά το μόνο που κατάφερνα, ήταν να γεμίσω το σώμα μου με μώλωπες και να πονάω ακόμα περισσότερο. Με σιχαινόμουν.

Ντρεπόμουν να κοιτάξω στα μάτια όλους εκείνους τους ανθρώπους που μαζευόταν στο σπίτι μας τις μέρες που ακολούθησαν. Μαζευόμασταν σε ένα σπίτι όσοι περισσότεροι γινόταν, επειδή φοβόμασταν. Ντρεπόμουν όλες εκείνες τις μεγάλες γυναίκες που μας έβαζαν να ντυνόμαστε με παλιά ρούχα και μερέζες για να μοιάζουμε γριές. Έκρυβαν εμάς τις μικρότερες, μας έσπρωχναν πίσω και στέκονταν μπροστά για να μας προστατέψουν έτσι από τα χέρια των Τούρκων.

Πολλές ήταν οι φορές που δεν άντεχα και ήθελα να φωνάξω τους με όλη τη δύναμη της φωνής μου: άδικα προσπαθείτε να με προστατεύεστε, εμένα με σκότωσαν ήδη, γιατί και ο βιασμός, θάνατος είναι. Τώρα θέλω να βγάλω τη βρωμιά από το σώμα και τη ψυχή μου αλλά δεν μπορώ, το μόνο που θέλω είναι ένα όπλο να σκοτώσω όσο πιο πολλούς μπορώ» .

Θυμάμαι τις πρώτες μέρες τις εισβολής που μάζεψαν τα πάντα από τα σπίτια, έπιπλα, κρεβάτια, ρούχα, ακόμα και τα καροτσάκια των μωρών τα έβαζαν στα φορτηγά και έφευγαν. Το χωρίο κάποια στιγμή έμοιαζε με κόλαση, διέλυσαν τα πάντα. Νεκρά ζώα στους δρόμους αλλά και άνθρωποι.

Δε θα ξεχάσω επίσης όταν έριχναν πυροβολισμούς χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Μια μέρα μάθαμε πως από αδέσποτη σφαίρα σκοτώθηκε, να φανταστείτε, άνθρωπος που καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας του με την μάνα του και την γυναίκα του. Η σφαίρα τον βρήκε στη κοιλιά, έβγαλε τρεις ήχους και πέθανε μπροστά στα μάτια των δύο γυναικών. Μετά σκότωσαν ακόμα δύο. Τους έθαψαν σε ένα πρόχωμα, άλλοι λένε πως τους βρήκαν μετά και άλλοι πως όχι.

Πολλοί μείναμε μέχρι και τη στιγμή που γύριζαν στο χωρίο και φώναζαν πως όλοι πρέπει να το εγκαταλείψουμε. Χάθηκαν πολλές ζωές. Αρκετοί συγγενείς του άντρα μου που μεταφέρθηκαν στο γκαράζ Παυλίδη στη Λευκωσία δεν επέστρεψαν ποτέ.

Μακάρι ποτέ ξανά να μην βιώσει κανένας λαός, κανένα κράτος ότι εμείς το 1974. Όλος αυτός ο κόσμος που βίωσε όλη αυτή τη δυστυχία να πάψει να υποφέρει άλλο».

Η Ελένη αναφέρει στο Ant1.com.cy:


«Ήμασταν από τους τελευταίους που έφυγαν από το χωριό γιατί δεν μπορούσαμε να μετακινήσουμε εύκολα την μητέρα μου, ήταν άρρωστη στο κρεβάτι.

Ήταν οκτώ άτομα, Τούρκοι αλλά και Τουρκοκύπριοι. Με βίαζαν ο ένας μετά τον άλλο. Στο τέλος, ο αξιωματικός τους, με έβαλε να του κάνω στοματικό έρωτα. Δεν μπορούσα… Με χτύπησε και τρεις από αυτούς με πέταξαν έξω από το παράθυρο. Τραυματισμένη, αιμορραγούσα και ήμουν σχεδόν λιπόθυμη. Μετά από αρκετή ώρα πέρασαν τα Ηνωμένα Έθνη. Με σκέπασαν με μια κουβέρτα και με πήγαν στο νοσοκομείο στη Λάρνακα. Ήθελα να πεθάνω αλλά δυστυχώς έζησα.

Μακάρι να πέθαινα τότε… Δεν θα υπέφερα, δεν θα αιμορραγούσε η ψυχή μου τόσα χρόνια τώρα…».

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια