Διεφθαρμένοι σαν τον Νικολά Σαρκοζί κυβερνούσαν (και κυβερνούν) την Ευρώπη: Ενοχος για διαφθορά ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας



Ενοχος κρίθηκε ο Νικολά Σαρκοζί για προσπάθεια δωροδοκίας δικαστή και κατάχρησης εξουσίας. Ο Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας από το 2007 μέχρι το 2012 κατηγορείται ότι προσέφερε δουλειά - «ρουσφέτι» στο Μονακό σε δικαστή, με αντάλλαγμα εσωτερική πληροφόρηση για στοιχεία έρευνας που αφορούσαν τα οικονομικά στοιχεία της προεκλογικής καμπάνιας του για την Προεδρία.

Ο ίδιος, απευθυνόμενος ενώπιον του δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι «ουδέποτε διέπραξε το παραμικρό έγκλημα διαφθοράς». Σε κάθε περίπτωση, το κατηγορητήριο κατά του Σαρκοζί βάσει ποινικού κώδικα προβλέπει ποινές κάθειρξης 10 ετών, αλλά και χρηματικό πρόστιμο, το οποίο στη συγκεκριμένη υπόθεση φτάνει το 1 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, οι εισαγγελείς πρότειναν κάθειρξη τεσσάρων ετών με ελάχιστη έκτιση ποινής στα δύο χρόνια στον πρώην πρόεδρο, ενώ την ίδια πρόταση έκαναν και στους συγκατηγορούμενούς του, το δικηγόρο Τιερί Χέρτζογκ και το δικαστή Ζιλμπέρ Αζιμπέρ.

Ωστόσο, το γαλλικό δικαστήριο έκρινε ένοχο για διαφθορά τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας, Νικολά Σαρκοζί, καταδικάζοντάς τον σε τρία χρόνια φυλάκιση.

Στην «ατμομηχανή της Ευρώπης» οι δωρεές χρημάτων από εταιρείες σε κόμματα είναι μεν φανερές, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους πολιτικούς να ανταποδίδουν έμπρακτα τη «στήριξη» των επιχειρηματικών κολοσσών, ακόμη και αν γίνεται εις βάρος της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος, με αντάλλαγμα την «ανάπτυξη»...

Οι δωρεές μεγάλων ποσών στα γερμανικά πολιτικά κόμματα από μεγάλες εταιρείες ή τους ιδιοκτήτες τους είναι μια συνήθης πρακτική. Η «στήριξη» είναι αμοιβαία: οι πολιτικοί προστατεύουν ή προωθούν τα συμφέροντά τους κι εκείνοι τροφοδοτούν τα ταμεία του κόμματος με τα απαραίτητα «καύσιμα». Παλαιότερα γίνονταν στα κρυφά, μέχρι που έσκασαν ως πυροτέχνημα οι παράνομες χρηματοδοτήσεις προς τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU), στα τέλη της δεκαετίας του '90.

Μια τέτοια σχέση αποκάλυψε με ερώτησή του το κόμμα της Αριστεράς, αναγκάζοντας την ομοσπονδιακή Βουλή να ανακοινώσει τα σχετικά στοιχεία. 

Η οικογένεια Κουάντ, βασικός μέτοχος της αυτοκινητοβιομηχανίας BMW, δώρισε στις 9 Οκτωβρίου 690.000 ευρώ προς το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα ως αναγνώριση «για την πολύ επιτυχημένη πολιτική της καγκελαρίου στην αντιμετώπιση της κρίσης του ευρώ». Δεν είναι η πρώτη φορά που η οικογένεια αυτή προσφέρει μεγάλα ποσά στο CDU. Το 2009, αμέσως μετά τις εκλογές για την ομοσπονδιακή Βουλή, είχαν δωρίσει ακόμη 450.000 ευρώ.

Ποσόστωση

Φυσικά το CDU δεν είναι το μοναδικό κόμμα που στηρίζεται οικονομικά από τις αυτοκινητοβιομηχανίες, τις χημικές βιομηχανίες, τις τράπεζες και άλλες εταιρείες της χώρας. Ανάλογα (δηλαδή μικρότερα, όπως και τα εκλογικά τους ποσοστά) είναι τα ποσά που παίρνουν τα περισσότερα «συστημικά» κόμματα της χώρας.

Επίσης, όπως αποκαλύφθηκε την Πέμπτη, και οι Χριστιανοκοινωνιστές (CSU), το αδελφό κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών στη Βαυαρία, δέχτηκαν δωρεά 565.000 ευρώ από την Ενωση βιομηχανιών μετάλλου και ηλεκτρικού εξοπλισμού του κρατιδίου.

Κακό... timing

Οι αντιδράσεις για τη δωρεά της οικογένειας Κουάντ προς το κόμμα της καγκελαρίου Μέρκελ ήταν έντονες, επειδή ήταν «άκομψος» ο χρόνος κατά τον οποίο έγινε. Ούτε μία εβδομάδα αργότερα, η γερμανική κυβέρνηση «έπεισε» τους υπουργούς Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Ενωσης να μην τεθούν σε εφαρμογή από το 2020 οι αυστηρότεροι κανόνες για τις εκπομπές ρύπων των αυτοκινήτων, που είχαν αποφασιστεί τον Ιούλιο. Η Γερμανία πρότεινε τροποποίηση της συμφωνίας, ώστε τα όρια να ισχύσουν το 2020 για το 80% των οχημάτων και η πλήρης εφαρμογή να μη γίνει πριν από το 2024.

Με τον τρόπο αυτό η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία (όχι μόνο η BMW) θα γλιτώσει πολλά εκατομμύρια ευρώ από επενδύσεις που δεν θα μπορούσαν να αποσβεστούν, νέες επενδύσεις που θα έπρεπε να γίνουν εσπευσμένα και την ενδεχόμενη μείωση των πωλήσεών της. Το θέμα θα εξεταστεί ξανά το 2014, ασφαλώς μετά τις ευρωεκλογές.

Δωροδοκία

Τα τρία κόμματα της αντιπολίτευσης (Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Αριστερά) κατήγγειλαν τη δωρεά της BMW ως «καθαρή δωροδοκία». Στην πραγματικότητα, όμως, η κυβέρνηση Μέρκελ μάλλον θα τηρούσε την ίδια στάση και χωρίς την ένεση ρευστότητας προς το κόμμα, για τον απλούστατο λόγο ότι στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία απασχολούνται άμεσα περίπου 750.000 άνθρωποι και πολύ περισσότεροι εμμέσως.

Μεγάλο ποσοστό των δημόσιων εσόδων που καλύπτουν δημόσιες δαπάνες, είτε κρατιδίων είτε της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, προέρχονται από αυτό τον κλάδο, οπότε είναι απολύτως λογικό η κυβέρνηση να φροντίζει, ώστε «τα βόδια που σέρνουν το κάρο» να μην υφίστανται ζημιές τις οποίες είναι δυνατόν να αποφύγουν.

Ακόμη και εις βάρος του περιβάλλοντος και της υγείας των πολιτών της Ευρώπης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στα οκτώ χρόνια που κυβέρνησε τη Γερμανία ο Σοσιαλδημοκράτης Γκέρχαρντ Σρέντερ είχε κερδίσει το προσωνύμιο «ο καγκελάριος της αυτοκινητοβιομηχανίας».


Με πληροφορίες από ethnos.gr και enet.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια