Μαθαίνουμε τους Ήρωες της Επανάστασης του 1821: Μερικές μόνο από τις γυναίκες που ξεχώρισαν αποδεικνύοντας το μεγαλείο της φυλής


Οι γυναίκες που ξεχώρισαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 με την αξιοθαύμαστη γενναιότητα και το απαράμιλλο θάρρος τους, αποτελούν αξεπέραστα σύμβολα δυναμισμού και πατριωτισμού που συνεχίζουν να εμπνέουν σε εθνικά κρίσιμες περιόδους.

Επίσης, κάποιες πληροφορίες για την γενναιότητα τους, μπορούμε να τις αντλήσουμε από τα δημοτικά μας τραγούδια, τα οποία και εξιστορούν εύγλωττα τον ηρωισμό που διακατείχε τις γυναίκες της επανάστασης.

Ανάμεσα στους άντρες μαχητές, καπετάνισσες έπαιρναν μέρος σε στρατιωτικά συμβούλια, χειρίζονταν τα όπλα με δεξιοτεχνία, αρματώνονταν και πολεμούσαν με λύσσα πριν καλά-καλά στεγνώσει το δάκρυ τους για τον χαμό των παιδιών τους.

Με δύναμη και ψυχή ελληνική, οι γυναίκες αυτές ήξεραν να κρατήσουν ψηλά τον ηρωικό κλήρο που τους έλαχε, προτιμώντας να θυσιάσουν τη ζωή τους, παρά να προδώσουν την παράδοση που κληρονόμησαν, γιατί τις χαρακτήριζε η περηφάνια, το σθένος και η ευψυχία.

Ένδοξα παραδείγματα αποτελούν οι Σουλιώτισσες, οι Μεσολογγίτισσες και οι Μανιάτισσες.
Άλλωστε, οι αγώνες αυτοί σφυρηλάτησαν τη γυναίκα του "21, για αυτό ας θυμηθούμε κάποιες από αυτές.

Μπουμπουλίνα - Η μπουρλοτιέρισα των Ελλήνων



Δυναμική και ανεξάρτητη καπετάνισσα, υπήρξε «η αμαζόνιος διακόσμησις του πολεμικού πίνακος του 1821» και η μόνη μυημένη γυναίκα στη Φιλική Εταιρεία. Όλη η Ευρώπη έμεινε έκπληκτη από την πολεμική της δράση και την αφοσίωσή της στην πατρίδα, άλλωστε, δίκαια ονομάστηκε θηλυκός Κολοκοτρώνης καθώς δεν άφηνε ποτέ το σπαθί της.

Κόρη του υδραίου πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της επίσης υδραίας Σκεύως Κοκκίνη, που καταγόταν από εφοπλιστική οικογένεια, γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1771 στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της εκρατείτο για συμμετοχή στα Ορλοφικά. Στα 17 της παντρεύτηκε τον σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα, από τον οποίο ονομάζετο και Δημητράκαινα.

Το 1797 ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αλγερινούς πειρατές και η Λασκαρίνα σε ηλικία 26 ετών μένει χήρα με τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και την Μαρία.

Το 1801 παντρεύτηκε τον δεύτερο σύζυγο της, τον σπετσιώτη πάμπλουτο εφοπλιστή Δημήτριο Μπούμπουλη, από τον οποίο έλαβε το όνομα Μπουμπουλίνα, με το οποίο έγινε γνωστή.

Δυστυχώς, όμως και ο δεύτερος σύζυγός της σκοτώθηκε σε σύγκρουση με αλγερινούς πειρατές το 1811, μεταξύ Μάλτας και Ισπανίας. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά, την Ελένη, την Σκεύω και τον Νικόλαο.

Με την περιουσία του συζύγου της, η Μπουμπουλίνα ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά κι έγινε μέτοχος σε διάφορα σπετσιώτικα πλοία.

Το 1816 οι Οθωμανοί επεχείρησαν να κατάσχουν την περιουσία της, επειδή τα πλοία του συζύγου της μετείχαν υπό ρωσική σημαία στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1806. Με τη μεσολάβηση του Ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνωφ και της μητέρας του Σουλτάνου Βαλιντέ κατόρθωσε να διασώσει την περιουσία της.

Στην Κωνσταντινούπολη φαίνεται ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819, αλλά το γεγονός αμφισβητείται, καθώς είναι γνωστό ότι η οργάνωση δεν έκανε ποτέ μέλη της, γυναίκες. Μόλις η Μπουμπουλίνα επέστρεψε στις Σπέτσες διέταξε τη ναυπήγηση του πλοίου «Αγαμέμνων», εξοπλισμένο με 18 κανόνια, το οποίο καθελκύστηκε το 1820 και ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που έλαβε μέρος στην Επανάσταση.

Ο δημοσιογράφος και ιστορικός Ι.Φιλήμων γράφει για την τόλμη και τη γενναιότητά της: «ενώπιον αυτής ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρη».

Ξόδευε την περιουσία της, όχι μόνο για τη διατήρηση των πλοίων της, αλλά και για τα στρατεύματα στην ξηρά. Συμμετείχε με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στον αποκλεισμό του Ναυπλίου και ανεφοδίασε με δικές της δαπάνες τους υπερασπιστές του Άργους. Μάλιστα, σε μια έφοδο των Τούρκων υπό τον Κεχαγιάμπεη σκοτώθηκε ο γιος της Ιωάννης Γιάννουζας.

Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας, στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και της Τριπόλεως, στην οποία εισήλθε πάνω σε λευκό ίππο και έσωσε τα χαρέμια του Χουρσίτ Πασά από τη μήνη των πολιορκητών.

Μετά την άλωση του Ναυπλίου, το Νοέμβριο του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε στην πόλη (έδρα της προσωρινής κυβέρνησης), όπου έζησε έως τα μέσα του 1824.

Εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν πήρε το μέρος του φυλακισμένου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, από το γάμο της κόρης της Ελένης με τον γιο του Πάνο.

Οι κυβερνητικοί σκότωσαν τον γαμπρό της και από την ίδια αφαίρεσαν το κομμάτι γης που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα.

Έτσι, η Μπουμπουλίνα επέστρεψε πικραμένη στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του δεύτερου συζύγου της, μόνη με τα υπολείμματα της περιουσίας της, μέχρι το τέλος της ζωής της, που δεν άργησε να έλθει.

Τον Μάιο του 1825 ο γιος της Γεώργιος Γιάννουζας κλέφτηκε με την Ευγενία Κούτση, κουνιάδα του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας, Λάζαρου Ορλώφ.

Ο Ορλώφ, συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειας Κούτση, πήγε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας σε αναζήτηση της Ευγενίας.

Στη λογομαχία που ακολούθησε, κάποιος πυροβόλησε και χτύπησε στο μέτωπο την Μπουμπουλίνα, που έπεσε νεκρή (22 Μαΐου).

Μέχρι και σήμερα, δεν έχει διαλευκανθεί αν ήταν τυχαίο περιστατικό ή δολοφονία. 
Τα οστά της εναποτέθηκαν στον ιδιόκτητο ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου.

Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο του ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα και ένας τίτλος με παγκόσμια μέχρι σήμερα μοναδικότητα για γυναικεία μορφή.

Επειδή συμμετείχε ως ισάξια με τους άλλους οπλαρχηγούς στα πολεμικά συμβούλια και τις αποφάσεις της απονεμήθηκε ο τίτλος της «Καπετάνισσας» και της «Μεγάλης Κυράς».

Οι απόγονοι της Μπουμπουλίνας δώρισαν το πλοίο «Αγαμέμνων» στο νεοσύστατο κράτος, το οποίο έγινε η ναυαρχίδα του Ελληνικού Στόλου με το όνομα «Σπέτσαι».

Ανατινάχθηκε από τον Ανδρέα Μιαούλη στον Πόρο κατά τη διάρκεια των πολιτικών ταραχών της 29ης Ιουλίου 1831.

Το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες είναι σήμερα Μουσείο. Περιλαμβάνει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα και διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις.

Μαντώ Μαυρογένους



Ανιψιά του Νικολάου Μαυρογένη, επί πολλά έτη δραγουμάνου του στόλου (1770-1786) και στη συνέχεια ηγεμόνα της Βλαχίας (1786-1790).

Γυναίκα με εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία.

Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 97, όπου ήταν εγκαταστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκε και η Μαντώ Μαυρογένους το 1820.
Στις παραμονές του αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με τον θείο της Φιλικό παπα-Μαύρο, από τον οποίο μυήθηκε στον αγώνα και μαζί του πήγε στη Μύκονο - πατρίδα της μητέρας της - αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης.

Έκτοτε η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε μέρος και η ίδια σε πολλές επιχειρήσεις.

Μάλιστα, με πλοία που εξόπλισε με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λήστευαν τις Κυκλάδες.

Επίσης, συγκρότησε σώμα πεζών, που ανέλαβε την αρχηγία του και υπεράσπιζε τη Μύκονο.
Εξόπλισε στόλο από έξι πλοία και τον ένωσε με τις ναυτικές δυνάμεις του Τομπάζη. Αργότερα, συγκρότησε στρατό, που αποτελούνταν από 16 λόχους των 50 ανδρών, και πήρε μέρος στην εκστρατεία της Καρυστίας.

Πολέμησε στο πλευρό του Γρηγορίου Σάλα στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Όταν επέστρεψε στη Μύκονο, ασχολήθηκε με την τροφοδοσία του ναυτικού. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες.

Στις Ευρωπαίες φίλες της εκμυστηρευόταν: «Λαχταρώ μια ημέρα μάχης όπως εσείς λαχταράτε μια ημέρα χορού».

Με τη λήξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και τιμήθηκε με διάταγμα του Καποδίστρια, για της υπηρεσίες της με μια μικρή σύνταξη και τον βαθμό του αντιστρατήγου.

Στη Μαντώ ανέθεσε και την εποπτεία του Ορφανοτροφείου το οποίο ίδρυσε στην Αίγινα.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια αναγκάστηκε, ύστερα από τον άτυχο έρωτά της με τον Δημήτριο Υψηλάντη και τον θάνατό του ένα χρόνο μετά από τον θάνατο του κυβερνήτη, και την καταδίωξη του Κωλέττη, να επιστρέψει στη Μύκονο.

Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον Αγώνα, κατέφυγε κοντά σε συγγενείς της στην Πάρο.

Εκεί πέθανε από τυφοειδή πυρετό το 1840. Ενταφιάστηκε, με δημόσια δαπάνη, στο προαύλιο του ναού της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

Χάιδω Γιαννάκη-Σέχου, η Σουλιώτισσα 



Η Χάιδω, κόρη του του Γιαννάκη Σέχου, απόγονου γνωστής οικογένειας Σουλιωτών, υπήρξε ανιψιά της ηρωίδας Δέσπως Μπότση. Η Χάιδω, που προκαλούσε το θαυμασμό με την ομορφιά της, πολέμησε από το 1792 ώς την ημέρα που έπεσε το Σούλι. 

Επαιρνε μέρος με τους άντρες σε όλες τις μάχες και συμμετείχε συχνά στα συμβούλια των οπλαρχηγών του Σουλίου. H φιλία που τη συνέδεσε με τον Φώτο Τζαβέλλα έδωσε την αφορμή να δεθεί στενότερα με την υπόθεση του αγώνα. Οι Σουλιώτες ορκίζονταν στο σπαθί του Φώτου και οι Σουλιώτισσες στο όνομα της Χάιδως.

Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, μετά την ήττα του το 1792, δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειες να καταλάβει το Σούλι. Βλέποντας ωστόσο πως οι προσπάθειές του δεν είχαν αποτέλεσμα, πρότεινε να δωροδοκήσει τους Σουλιώτες να φύγουν. Εκείνοι του απάντησαν ως εξής:

«Δεν απερνάει εδώ φλουρί,
δεν απερνάει ασήμι,
εδώ περνάει το σπαθί,
το κλέφτικο ντουφέκι,
όπου τρομάζει τη Τουρκιά».

Μετά την εκστρατεία του Αλή Πασά εναντίον του Σουλίου το 1803, η κατάσταση των Σουλιωτών έγινε αδιέξοδη. Παρά το γεγονός ότι οι μάχες διεξάγονταν με επιτυχία από τους Σουλιώτες, η πολιορκία τους από τον Αλή στένευε όλο και περισσότερο. ΄Ετσι αναγκάστηκαν οι Σουλιώτες να συνθηκολογήσουν με τον Αλή Πασά και να αποχωρήσουν από τις εστίες τους. Ο Φώτος Τζαβέλλας και η Χάιδω Σέχου πέρασαν στην Κέρκυρα. Κατά μία εκδοχή, η Χάιδω πολέμησε με το βαθμό του ταγματάρχη, μαζί με τον Φώτο, στη μάχη της Νάπολης το 1805 κατά του Ναπολέοντα.

Το δημοτικό μας τραγούδι απαθανάτισε τη Χάιδω Σέχου ως εξής:

Ας έρχονται οι παλιότουρκοι, τίποτα δε μας κάνουν
Ας έρθουν πόλεμο να ιδούν και Σουλιωτών τουφέκια,
να μάθουν Λάμπρου το σπαθί, Μπότσαρη το του
τ΄άρματα των Σουλιωτών, της ξακουσμένης Χάιδως.

Σταυριάνα Σάββαινα



Στις 12-13 Μαΐου 1821 δόθηκε η μάχη στο Βαλτέτσι που έληξε με τη νίκη των ελληνικών όπλων. Εκεί πολέμησε ο Κολοκοτρώνης, οι Μαυρομιχαλαίοι Κυριακούλης και Ηλίας με τους Μανιάτες κ.ά. Τότε διακρίθηκε και μια γυναίκα, η Σταυριάνα.

Η Σταυριάνα Σάββαινα γεννήθηκε στο Παρόρι της Σπάρτης το 1772. Παντρεύτηκε τον Γιωργάκη Σάββα που τον απαγχόνισαν οι Τούρκοι στον Μυστρά κατά τις πρώτες μέρες της Επανάστασης.

Η Σταυριάνα οπλίστηκε και κατατάχθηκε στο σώμα του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και τον ακολούθησε σε όλες τις μάχες. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις μάχες του Βαλτετσίου και των Τρικόρφων.

Η Καλλιρρόη Παρρέν γράφει στην «Εφημερίδα των Κυριών» της 25-3-1890:

«Η Σταυριάνα ήτο τεσσαρακοντούτις, μελαχροινή, ευειδής, με ύφος αρρενωπόν, με φωνή βροντώδη, με παράστημα στρατιώτου.

Ετέθη υπό τας διαταγάς του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και πήγε στο Βαλτέτσι όπου επολιορκούντο οι Έλληνες.

Η Σταυριάνα μόνη μεταξύ των ανδρών αψηφούσε τις σφαίρες και μετέφερε τις πυριτιδοβολές από προμαχώνος εις προμαχώνα. Οι περί τον Κολοκοτρώνη Μαυρομιχάλης και Πλαπούτας δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι γυναίκα είχε τόσο θάρρος».

Επί Καποδίστρια πάρα πολλοί αγωνιστές υπέβαλαν προς τη Συνέλευση αιτήσεις και ζητούσαν να ληφθεί και για αυτούς κάποια πρόνοια.

Στη συνέλευση παρουσιάστηκε η ίδια η Σάβαινα «η ηρωική Μανιάτισσα που είχε ζωστεί όπλα και είχε λάβει μέρος σε πολλές μάχες». Στην αναφορά της μεταξύ των άλλων έγραφε:

«Το στάδιον της πολεμικής δόξας είναι βέβαια δια τους άνδρας, όταν όμως είναι λόγος περί σωτηρίας της πατρίδος, όταν όλη σχεδόν η φύσις συντρέχει προς υπεράσπισίν της, αι γυναίκες της Ελλάδος έδειξαν πάντοτε ότι έχουν καρδίαν να κινδυνεύσουν συναγωνιζόμεναι ως οι άνδρες, ημπορούν να ωφελήσουν μεγάλως εις τας πλέον δεινάς περιστάσεις»

Ο Καποδίστριας, για τις υπηρεσίες της, της έδωσε χορηγία και έβαλε τα παιδιά της στο ορφανοτροφείο που μόλις είχε συσταθεί. Ο Όθωνας όμως την εγκατέλειψε και ζούσε από τις συνδρομές των οικογενειών των αγωνιστών.

Όταν πέθανε το 1868 η κυρά Σάββαινα, έκαναν έρανο στο Ναύπλιο για να την θάψουν.

Δέσπω Σέχου-Μπότση



Οι ορδές του Αλή Πασά αφού εξόντωσαν τους Σουλιώτες από τα περισσότερα χωριά τους στις 23 Δεκεμβρίου 1803 στράφηκαν στη Ρηνιάσα. Η Ρηνιάσα είναι ένα μικρό χωριό σε μια πετρώδη περιοχή μεταξύ Πρέβεζας και Άρτας.

Εκεί είχαν καταφύγει μετά τη συνθηκολόγηση είκοσι εφτά σουλιώτικες οικογένειες χωρίς αρχηγό και κατά πλείστον γυναικόπαιδα.

Οι Τουρκαλβανοί αποφάσισαν να τους εξοντώσουν και αυτούς.
Η Ρηνιάσα δεν είχε ούτε άντρες να παρατάξει ούτε τείχη να αντιτάξει.

Όμως το εχθρικό λεφούσι που την έζωσε βρήκε μια μόνη αντίσταση, όχι βέβαια αρκετή να τους αναχαιτίσει, αλλά ικανή για να σταθεί σύμβολο ηρωισμού στην ιστορία ενός υπόδουλου έθνους, με ηρωίδα τη Σουλιώτισσα Δέσπω Σέχου-Μπότση.

Η Δέσπω καταγόταν από τη φάρα των Σεχαίων και ήταν γυναίκα του Γιωργάκη Μπότση που σκοτώθηκε στο Σούλι. Αρφανεμένη και ξεσπιτωμένη καθώς βρέθηκε μετά τη συνθηκολόγηση η Δέσπω, πήρε τη φαμίλια της και τ’ άρματά της και τράβηξε και αυτή τον δρόμο της φυγής.

Σαν έφτασε στη Ρηνιάσα κατέφυγε σε ένα παλιό πύργο που βρισκόταν στην άκρη του χωριού τον πύργο του Δημουλά, όπως τον έλεγαν.

Εκεί η Δέσπω αποφάσισε να αντισταθεί. Να πέσει σκλάβα στα χέρια τους αμαχητί η καρδιά της δεν το έλεγε. Σαν τους είδε από μακριά αρματώθηκε η ίδια, οι θυγατέρες της και οι νυφάδες της, έφραξαν γερά τη σιδερόπορτα του πύργου και πιάσανε από ψηλά τα ανοίγματα, μετατρέποντας έτσι τα παράθυρα του πύργου σε πολεμίστρες. 

Οι Τούρκοι προσπαθούν να παραβιάσουν την εξώπορτα, οι γυναίκες από πάνω τους ρίχνουν.

Σε λίγο όμως ένα άνοιγμα του μαντρότοιχου τους αφήνει και μπαίνουν στον αυλόγυρο.
Οι γυναίκες εξακολουθούν να τους ρίχνουν. Αυτοί ορμούν με κραυγές προς τη σκάλα για να ανεβούν στα πάνω δωμάτια, μα πριν προλάβουν να τις πιάσουν ζωντανές, όπως έλπιζαν, μια θεόρατη λάμψη κι ένας κρότος τρομερός αντήχησε ολόγυρα.

Ο κουρνιαχτός τους σώριασε κατάχαμα. 
Τι είχε γίνει.

Η Δέσπω αφού αντιστάθηκε ως την τελευταία στιγμή, σύναξε γύρω τις κόρες, νυφάδες κι εγγόνια, έριξε χάμω όσο μπαρούτι τους είχε απομείνει κι αφού έστειλε από μακριά χαιρετισμό στο Σούλι, έβαλε φωτιά και κάηκαν όλοι.

Η θυσία της Δέσπως ενέπνευσε ποιητές συνθέτες και καλλιτέχνες. 
Και η λαϊκή μούσα απαθανάτισε τη θυσία της Δέσπως με τα αδρότερα χρώματα:

«Της Δέσπως
Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και με αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.
- Γιώργαινα ρίξε τα άρματα, δεν είναι εδώ το Σούλι
εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
- Το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψεν η Κιάφα
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκανε δεν κάνει.
Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
Σκλάβες Τούρκων μη ζήσετε, παιδιά μαζί μου ελάτε.
Και τα φουσέκια ανάψανε κι όλοι φωτιά γενήκαν.»


Μόσχω Λάμπρου Τζαβέλα



Η Μόσχω, η γυναίκα του Λάμπρου Τζαβέλα, γεννήθηκε στο Σούλι το 1760.

Ήταν μετρίου αναστήματος, μελαχρινή κι ωραία και επέδειξε ψυχικό σθένος, δύναμη χαρακτήρα και φιλοπατρία, για αυτό κι είχε μεγάλο κύρος στη σουλιώτικη πολιτεία.

Στις 20 Ιουλίου 1792, επικεφαλής 400 γυναικών, παρακολουθούσε από τις ράχες της Κιάφας τη μάχη των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά.

Μόλις είδαν μια αιφνίδια διακοπή των πυροβολισμών των μαχόμενων Σουλιωτών (ήταν μια μικρή ανακωχή ανάμεσα στους αντιμαχόμενους), οι γυναίκες νόμιζαν πως οι Σουλιώτες σκοτώθηκαν.

Τη σιγή την πήραν για ήττα των ανδρών τους, «οι άνδρες μας σταμάτησαν, φωνάζει η ηρωική Μόσχω, θα σκοτώθηκαν. Σειρά μας τώρα». Και ευθύς 300 γυναίκες ένοπλες επιτίθενται εναντίον 3.000 Αλβανών.

Ο Φωτιάδης στον "Καραϊσκάκη" γράφει: «Τρακόσες άδραξαν τα άρματα και χίμηξαν μπροστά με τη Μόσχω. Απάνω τους φώναζε η μια στην άλλη, απάνω τους, τι τα κοιτάμε τα σκυλιά; Αυτές δεν ήταν γυναίκες, μα μαινάδες. Ξεμαλλιασμένες ή ουρλιάζοντας με γυμνωμένα τα σπαθιά στα χέρια χύθηκαν να φάνε τους οχτρούς.
Οι Αληπασαλίδες, άμα τις είδαν να ροβολάνε κατά πάνω τους, τις άρχισαν στις βρισιές και στα αισχρόλογα. Τότες η Μόσχω η Τζαβέλαινα, μπροστά στον θάνατο, σηκώνει τα φουστάνια της και δείχνοντας τα απόκρυφά της φωνάζει: Να ωρέ Τούρκοι, ελάτε αν σας κιοτάει!».
Οι Αλβανοί μπροστά σε αυτό το θέαμα των μαχόμενων γυναικών έμειναν κατάπληκτοι, πανικοβλήθηκαν.

Έριξαν τα όπλα κάτω για να είναι ελαφρότεροι και το έβαλαν στα πόδια.

Η Μόσχω τους καταδιώκει, τρέχει προς τον πύργο που τον υπεράσπιζε ο ανιψιός της Κίτσος Τζαβέλας, τον βλέπει νεκρό. Η Μόσχω σκύβει, τον φιλάει, βγάζει την ποδιά της, του σκεπάζει το πρόσωπο και συνεχίζει την καταδίωξη.

Ανάμεσα στις γυναίκες είναι και η Σόφω η κόρη της Τζαβέλαινας.

Ο Αλή Πασάς ντροπιασμένος καβαλάει το άτι του και φεύγει στα Γιάννενα.

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απαθανάτισε τη σκηνή της φυγής με τους γνωστούς στίχους : «Τ’ άλογο! Τ’ άλογο, Ομέρ Βρυώνη, το Σούλι εχύμησε και μας πλακώνει. Τ ‘άλογο, τ’ άλογο, ακούς σφυρίζουν, ζεστά τα βόλια τους μας φοβερίζουν...».

Η Μόσχω πέθανε μεταξύ των ετών 1795-1803, χωρίς να έχει διευκρινιστεί το πως...

Δέσπω Φώτου Τζαβέλα



Ο Γιάννης Βλαχογιάννης στο βιβλίο του «Ιστορική Ανθολογία» γράφει πως στον Κάλαμο, το μικρό νησί κοντά στο Θιάκι, είχαν καταφύγει πολλοί Σουλιώτες. Ανάμεσά τους ήταν και η Δέσπω η Τζαβέλαινα, του Φώτου η γυναίκα, η θαυμαστή από τους πολέμους του Σουλίου με τον Αλή Πασά πριν από το 1821.

Τώρα όμως άλλος γινόταν πόλεμος, ίσα σκληρός και πιο μεγάλος. Οι Σουλιώτες πέρασαν από τα Επτάνησα κατά το 1823 και πολεμάνε μαζί με τόσα άλλα αδέλφια τους. Μαζί τους ήτανε και της Τζαβέλαινας οι γιοι, ο Κίτσος και ο Ζυγούρης.

Ξαφνικά έρχεται η είδηση ότι σκοτώθηκαν οι γιοι της.
Οι Σουλιώτισσες αρχίζουν το κλάμα, το ξεφωνητό και τα μαλλιοτραβήγματα. 
Ξαφνικά η Δέσπω τινάχτηκε ορθή, έριξε πίσω τα μαλλιά της, σφούγγισε τα δάκρυά της και είπε:

"Παύτε ωρέ τα κλάματα. Πάσχα έρχεται, σηκωθείτε τώρα να βάψουμε τα’ αυγά, τι είναι αμαρτία κι ο θεός μπορεί να μας οργιστεί".

Από σεβασμό σηκωθήκανε οι άλλες κι αρχίσανε τη δουλειά.

Ξαφνικά έρχεται κάποιος και λέει πως είναι ψέματα, δεν σκοτώθηκαν μόνο ο ένας τραυματίστηκε λίγο.

Τότε η Δέσπω είπε:

Σε ευχαριστώ Θεέ μου που μου τους φύλαξες, μα εγώ πάντα τους έχω ξεγραμμένους.

Ο Βλαχογιάννης λέει ακόμα, πως η Δέσπω η Τζαβέλαινα του Φώτου η γυναίκα, έζησε ύστερα ως τα πρώτα χρόνια του Όθωνα και στον Έπαχτο.

Για τη Δέσπω Φώτου Τζαβέλα γράφει και η Καλλιρρόη Παρρέν:

Στην Κέρκυρα η ρωσική κυβέρνηση πήρε απόφαση να σχηματίσει εξ αυτών (των Σουλιωτών) στρατιωτικόν σώμα, το οποίον εσκόπευε να χρησιμοποιήσει σε δεδομένη στιγμή.

Η Κέρκυρα και όλη η Επτάνησος διετέλη υπό ρωσικήν προστασίαν. Διετάχθη λοιπόν ο εκεί Ρώσος στρατηγός Ανρέπ να σχηματίσει οκτώ νέους λόχους από Σουλιώτες εθελοντές, εις τους οποίους διόρισε αξιωματικούς Σουλιώτες. Ο Φώτος Τζαβέλας, ο Δαγκλής, ο Ζέρβας, ο Δράκος κ.ά. Στρατολόγησε και γυναίκες.

Η σύζυγος Φώτου Τζαβέλλα ήταν ανώτερη αξιωματικός λόχου εις τον οποίον είχε ταχθεί ο σύζυγός της ως λοχαγός. Έλαβε βαθμό ταγματάρχου σε λόχο που ήταν ο άνδρας της λοχαγός...

Αλεφαντώ, η Μεσολογγίτισσα



Κάτω από την κατ’ ανάγκη ανδρική της ενδυμασία κρυβόταν μια ψυχή που αψηφούσε κάθε είδος κινδύνου και κακουχίας μεταδίδοντας θάρρος στους άντρες πολιορκημένους.

Οι Μεσολογγίτισσες

Την εποχή που μαίνονταν οι εμφύλιες διαμάχες και εσφάδαζε αιμόφυρτος και σκελετώδης ο αγωνιζόμενος λαός, οι Ελληνίδες συνέχιζαν να προσφέρουν τη μεγάλη γενναία απόφαση, τους αγώνες και τις θυσίες τους για ελευθερία, έναντι οιασδήποτε θυσίας. Έλαμψε στα χρόνια εκείνα το άστρο του Μεσολογγίου. Οι γυναίκες ήταν στο πλάι των ελεύθερων πολιορκημένων πολεμιστών, καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα και μαζί τους στην έξοδο μ’ αντρίκια ρούχα, με τα παιδιά και τ’ άρματα στα χέρια. Σύµφωνα µε τις περιγραφές παίρνουν µέρος στην κατασκευή των οχυρωµατικών έργων, πηγαίνουν πίσω από τις ντάπιες ( τα αυτοσχέδια κανονιοστάσια που έφτιαξαν οι Μεσολογγίτες ) και µαζεύουν τα βόλια του εχθρού και τα δίνουν στην επιτροπή για να τα ξαναχύσει.

Παρηγορούν τους λαβωµένους και κάνουν ό,τι µπορούν για τους αγωνιστές οι οποίοι είναι εντελώς εξαθλιωµένοι από τις κακουχίες. Όλα αυτά µέχρι την ώρα της Εξόδου,οπότε και χωρίς καµία ταλάντευση στάθηκαν δίπλα στους άντρες της πόλης και αρµατώθηκαν όπως οι άντρες πολεµιστές για να τους συνοδεύσουν σ΄ αυτή την τελευταία ηρωική πορεία προς το θάνατο.

Ο γάλλος Αύγουστος Φαµπρ θαµπωµένος από την απλή καθηµερινή µεσολογγίτισσα που δεν δείλαζε µπροστά στο θάνατο σχολιάζει: «Οι Ελληνίδες οι οποίες συναισθάνονταν ικανές όπως αδιαφορήσουν για τους µόχθους και τους κινδύνους της εξόδου, ντύθηκαν αντρικά, ώστε αν δεν µπορούσαν να διαφύγουν από τον εχθρό, να φονευθούν τουλάχιστον απ’ αυτόν ,εκλαµβανόµενες ως άντρες πολεµιστές…»

Φιλέλληνες πολεμιστές του Μεσολογγίου, όπως ο Αύγουστος Φαμπρ και άλλοι, έχουν αποθανατίσει ατέλειωτες σκηνές βομβαρδισμών με θύματα γυναίκες, όπως εκείνη με τις έξι φίλες που περπατούσαν μαζί και μια οβίδα έσκασε στα πόδια τους, σκοτώνοντας ή τραυματίζοντας και τις έξι. Ή εκείνη με το αίμα μιας πληγωμένης μητέρας να βρέχει τα πτώματα των εννέα κοριτσιών της, τα οποία κείτονταν γύρω της.

Από ότι ξέρουμε από τις τόσες ηρωίδες του Μεσολογγίου λίγα ονόματα διέσωσε η ιστορία για τις ηρωικές πράξεις τους. 

Μια από τις γυναίκες του Μεσολογγίου ήταν και η Αλεφαντώ. Η ενδυμασία προσιδίαζε αυτής των αντρών. Αψηφούσε τους κινδύνους, τις κακουχίες και τις στερήσεις. Αντίθετα, εμψύχωνε τους άνδρες στον αγώνα και θυσίασε τη ζωή της για την ελευθερία και την τιμή της.Εκτός από αγωνίστρια, ήταν σύζυγος και μητέρα. Ο σύζυγός της σκοτώθηκε το Μάιο του’21 και νεαρά τότε η Αλεφαντώ έμεινε χήρα με μια μικρή κόρη. Όταν έγινε η έξοδος, συνελήφθη μαζί με την κόρη της και για πολλά χρόνια είχε  μαρτυρική ζωή.

Από τις 5.000 γυναίκες της πολιορκηµένης πόλης, µόνον επτά κατόρθωσαν να διασχίσουν κατά την Έξοδο τις γραµµές του εχθρού.

Δόμνα Βισβίζη, η Θρακιώτισσα καπετάνισσα - χήρα με τα τέσσερα παιδιά



Μια από τις Θρακιώτισσες ηρωίδες γυναίκες που αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στον αγώνα για την απελευθέρωση του έθνους και προσέφερε και όλη την περιουσία της υπήρξε και η εξ Αίνου Ανατολικής Θράκης καταγόμενη Δόμνα Βισβίζη.

Αφιερώθηκε εις την Μεγάλη ιδέα της Φιλικής Εταιρείας, εις την οποία μυήθηκε μετά τον σύζυγό της Χατζηαντώνη Βισβίζη, ξόδεψε για τον αγώνα και τον τελευταίο οβολό της, δια τη συντήρηση του πλοίου της ως ετοιμοπόλεμου και μάχιμου και όταν δεν μπορούσε η ίδια να το συντηρήσει, το προσέφερε και αυτό στον αγώνα.

Η Δόμνα Βισβίζη γεννήθηκε στην Αίνοτο 1783. ήταν παντρεμένη με τον αγωνιστή Χατζη-Αντώνη Βισβίζη που ήταν μυημένος στην Φιλική Εταιρεία. Ο Βισβίζης διοικούσε το μπρίκι του την «Καλομοίρα» και συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση .

Η Δόμνα και τα πέντε παιδιά τους τον ακολουθούσαν πάντα στις πολεμικές επιχειρήσεις Η Δόμνα Βισβίζη απέκτησε πολλές εμπειρίες και έτσι όταν σκοτώθηκε ο σύζυγος της συνέχισε με ανδρεία και ηρωισμό ως καπετάνισσα της «Καλομοίρας» διαθέτοντας όλη της την περιουσία για την συντήρηση του πλοίου.

Επί τρία χρόνια 1821-1823 πρόσφερε τις υπηρεσίες της σε όλα τα ελληνικά πελάγη . Το 1823 παραχώρησε το πλοίο στην ελληνική διοίκηση για να μετατραπεί σε πυρπολικό και αποσύρθηκε από την ενεργό δράση . Με την «Καλομοίρα» πυρπολήθηκε από τον Πιπίνο στον Τσεσμέ η τουρκική φρεγάτα στην οποία βρίσκονταν το θησαυροφυλάκιο του σουλτανικού στόλου.

Η Δόμνα έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο Ναύπλιο , την Ύδρα και την Σύρο. Το τέλος της; Πέθανε εγκαταλειμμένη, πτωχή και λησμονημένη. Μέσα από μια σειρά εγγράφων, αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται, διαπιστώνει κανείς την αγωνία της Θρακιώτισσας αγωνίστριας για την επιτυχία του αγώνα, την μεγάλη προσφορά της αλλά και την ολοσχερή εγκατάλειψη από τηνπολιτεία. (''Πηγή: Θεόδωρος Ορδουμποζάνης, Εθνολογικό Μουσείο Θράκης)

Την πολεμική δράση και τον ηρωισμό της θρυλικής Αινίτισσας Καπετάνισσας Δόμνας Βισβίζη εξύμνησε η λαϊκή μούσα :

Πουλάκι πόθεν έρχεσαι, πουλάκι για αποκρίσου,

Μην είδες και μην άκουσες για την κυρά Δομνίτσα,

Την όμορφη, τη δυνατή, την Αρχικαπετάνα.

Πούχει καράβι ατίμητο και πρώτο μες` τα πρώτα,

Καράβι γοργοτάξιδο, καράβι τιμημένο,

Καράβι που πολέμησε στης Ίμπρος το μπουγάζι.

Και το πουλάκι στάθηκε και το πουλάκι λέει:

Την είδα, την απάντησα σιμά στο Αγιονόρος,

Τρεις μέρες επολέμαγε με δυο χιλιάδες Τούρκος.

Καράβια εδώ, καράβια εκεί, καράβια παρά πέρα

Και τούτη σαν τον αετό ώρμαγε και χτυπούσε

Δεξιά, ζερβά και ανάστροφα κι όπου βολούσσε ακόμα.

Κι άκουγες βόγγους δυνατούς και στεναγμούς μεγάλους

Κι άκουγες κλάματα πικρά, κατάρες στην κατάρα

Κι οι θάλασσες κοκκίνησαν σαν φέσια των αγάδων. '' (e-evros.gr, 2016)

Χαρίκλεια Δασκαλάκη, η ατρόμητη Κρητικιά 



Ο αγώνας των Κρητικών έχει κορυφωθεί κι εκεί ψηλά στη Μονή Αρκαδίου θα γραφτεί μία χρυσή σελίδα στο βιβλίο των αγώνων του κρητικού λαού. Από μήνες τώρα η Μονή έχει γίνει το κρησφύγετο της Επαναστατικής Επιτροπής και δεν είναι μόνον τούτο, αλλά και οικογένειες ολόκληρες κυνηγημένες από τους Τούρκους έχουν έρθει στο Μοναστήρι για να βρουν καταφύγιο.

Ο Μουσταφά πασάς τα ξέρει όλα, για αυτό και στέλνει μήνυμα απειλητικό στον ηγούμενο Γαβριήλ "ή θα τους διώξεις όλους ή θα τινάξω το μοναστήρι στον αέρα".

Η Επαναστατική Επιτροπή συνέρχεται αμέσως για να αποφασίσει.

Τα κυριότερα πρόσωπα είναι: ο ηγούμενος Γαβριήλ, οι οπλαρχηγοί Βενιανάκης, Κορωναίος, Δημακόπουλος και μία γυναίκα, η Χαρίκλεια Δασκαλάκη, μητέρα, κόρη και γυναίκα αγωνιστών που διακρίνεται για τη λεβεντιά της και τη σθεναρή της απόφαση να πολεμήσει.

Στην Επιτροπή συζητούν αν θα πρέπει να παραδοθούν ή να πολεμήσουν σε περίπτωση τούρκικης επίθεσης.

Η Χαρίκλεια είναι σύμφωνη να συνεχίσουν τον αγώνα. 
Έπειτα συζητιέται το ζήτημα των γυναικόπαιδων.
Να τα διώξουν για να μη σταθούν εμπόδιο στους αγωνιστές, ή να μείνουν;

Αποφασίζεται να μείνουν και όποια τύχη περιμένει τους άνδρες την ίδια να αντιμετωπίσουν και τα γυναικόπαιδα.

Μετά σκέπτονται πώς θα οργανώσουν την άμυνα.

Μερικούς στέλνουν κρυφά τη νύχτα για να οργανώσουν την απέξω βοήθεια. 
Αναμετρώντας τις δυνάμεις τους βλέπουν ότι οι Τούρκοι είναι μιλιούνια, ενώ εκείνοι μόνο 964 όλο κι όλο κι από αυτούς μόνο 325 πολεμιστές, τα άλλα γυναικόπαιδα.

Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να στείλουν την απάντηση στον Μουσταφά:

«Ο όρκος και το σύνθημά μας είναι Ένωση με την Ελλάδα ή Θάνατος».
Λίγες ώρες αργότερα το Μοναστήρι βρίσκεται κυκλωμένο από χιλιάδες Τούρκους.
Ο Μουσταφά τους ξαναπροτείνει να παραδοθούν και οι πολιορκημένοι απαντούν: «Μόνο νεκροί θα παραδοθούμε».

 

Η μάχη αρχίζει, οι Κρητικοί πολεμάνε με ηρωισμό ημιθέων, οι γυναίκες και τα παιδιά αυτές τις ώρες παίζουν σπουδαίο ρόλο. Πολλές, όπως η Χαρίκλεια, κρατάνε όπλα, άλλες βοηθάνε τους αγωνιστές, ετοιμάζουν φυσίγγια, κουβαλάνε μπαρούτι, νερό και τρόφιμα.

Όταν κάποτε ρώτησαν τη Χαρίκλεια πώς τα κουβαλούσαν τα πολεμοφόδια, απάντησε:

«Με τσι ποδιές των και σε κόσκινα».

Όλη τη μέρα η Χαρίκλεια πολεμά και συγχρόνως με λόγια θερμά εμψυχώνει τους αγωνιζόμενους.
Για μία στιγμή η ελληνική σημαία που κυματίζει πλάι στο λάβαρο πέφτει, η Χαρίκλεια μέσα από βροχή σφαιρών τρέχει και την ξαναστηλώνει.

Σε λίγο η σημαία διάτρητη από σφαίρες ξαναπέφτει, η Χαρίκλεια με κίνδυνο της ζωής της τη σήκωσε, τη φίλησε και την έκρυψε κάτω από τα φουστάνια της για να την παραδώσει ύστερα σαν ιερό κειμήλιο.
Στις 8 Νοεμβρίου ο Μουσταφά βρίσκεται πολύ κοντά τους και με στραμμένο το κανόνι του προς την πόρτα του μοναστηριού. Ρίχνει μια πρώτη, η πόρτα του μοναστηριού τρίζει, με τη δεύτερη η πόρτα εξαρθρώνεται.

Με το τίναγμα της πόρτας οι Τούρκοι ορμούν μέσα κραδαίνοντας τα γιαταγάνια τους. 
Ανδρικά και γυναικεία στήθη προβάλουν την τελευταία αντίσταση.

Ο άνισος αγώνας συνεχίζεται στην αυλή του μοναστηριού. Το αίμα έχει πήξει και η Χαρίκλεια με τον γιο της και την κόρη της Ελένη είναι ταμπουρωμένη μέσα σε ένα κελί και ρίχνουν στον εχθρό.
Μια σφαίρα που ‘ρχεται γι’ αυτήν παίρνει τον Κωσταντή στο πόδι.

Ο Κωνσταντής ουρλιάζει από τον πόνο, η Χαρίκλεια γυρίζει ψύχραιμη και του λέει:
«Για τόσο πράγμα γιε μου φωνάζεις, θα σε ακούσουν και θα πουν πως φοβηθήκαμε».
Τα κελιά-οχυρά πέφτουν το ένα πίσω από το άλλο. Οι Κρητικοί θερίζονται μα κι οι Τούρκοι δεν πάνε πίσω. Τώρα ο Γαβριήλ είναι έτοιμος να εκτελέσει το μεγάλο του σχέδιο. Πολλές γυναίκες, κορίτσια κι αγόρια τρέχουν στο λαγούμι για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων.

Ο αγωνιστής Γιανγκουδάκης με την κουμπούρα του γεμάτη και στραμμένη προς το μπαρούτι κάνει μια τελευταία ερώτηση στο πλήθος: «θέλετε να παραδοθείτε ή να πεθάνετε;». "Φωτιά καλύτερα" φωνάζουν τα γυναικόπαιδα. Η κουμπούρα αδειάζει στην πυριτιδαποθήκη και το μοναστήρι με Τούρκους και δικούς τινάζεται στον αέρα.

Πυκνός καπνός και φλόγες σκεπάζουν τα πάντα. Πέτρες, ξύλα και ανθρώπινα μέλη εκσφενδονίζονται.
Η Χαρίκλεια αιχμαλωτίζεται και μαζί της κι άλλες γυναίκες. Όμως στον δρόμο δραπετεύει και σώζεται για να δει ύστερα από λίγα χρόνια τα παιδιά της να πέφτουν το ένα κοντά στο άλλο για την πατρίδα.


Μαριγώ Ζαραφοπούλα



Μία περίπτωση γυναίκας που είχε κάποια σχέση με τη Φιλική Εταιρία είναι η Μαριγώ Ζαραφοπούλα, που για τη δράση της και τη συμβολή της στον αγώνα μιλάνε τα τέσσερα πιστοποιητικά που υπάρχουν στον φάκελό της στο «Αρχείον Αγωνιστών» της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Η Μαριγώ ήταν από τα Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης.

Στις παραμονές της Επανάστασης, όταν βρίσκονταν στην Πόλη οι Φιλικοί Παπαφλέσας, Χρυσοσπάθης, Περραιβός και Λεμονής και συσκέπτονταν πώς να αντιμετωπίσουν την προδοσία του Ασημάκη, «η κυρία Μαριγώ Ζαραφοπούλα χριστιανή ορθόδοξος, συνετέλεσε πολύ εις τους σκοπούς της Εταιρίας περιφερομένη από οικίαν εις οικίαν δια να μαθαίνει και να μας ειδοποιεί παν ότι επαπειλούσε την καταστροφήν των ενεργουμένων, δια της προδοσίας του Ασημάκη.

Αν επρολήφθησαν τα πάντα αποτελέσματα τα οποία έμελλον τότε να προκύψωσι ως εκ του περιστατικού της προδοσίας, τούτο οφείλεται κατά μέγα μέρος εις την επαγρύπνισήν της και εις τον πατριωτικόν της ζήλο.

Μετά την αναχώρησιν ημών των εταιριστών δια την Ελλάδαν η Μαριγώ έμεινε εις Κωνσταντινούπολιν, εργαζόμενη με απαραδειγμάτιστον πατριωτισμόν και δια χρηματικών δαπανών υπέρ της πατρίδος.

Επροδόθη παρά των εχθρών ως λαβούσα μέρος εις την Εταιρίαν, εφυλακίσθη και εξορίσθη, υπέφερε εις την εξορίαν άπειρα δεινά.

Συνετέλεσε εις την δραπέτευσιν των αοιδίμων υιών του Π. Μαυρομιχάλη, κρατουμένων παρά της Οθωμανικής εξουσίας, κατατρεχθείσα δια τούτο παρά της εξουσίας.

Διεσώθη εις Βλαχομπογδανίαν μετά πολλούς κινδύνους και έξοδα. Εκείθεν μετέβη εις Υδραν».

Όταν εισέβαλαν οι Αιγύπτιοι στην Πελοπόννησο, η Μαριγώ και πάλι εστάλη σε διάφορα μέρη όπου εκρατούντο αιχμάλωτοι, έδωσε και έλαβε γράμματα.

Και ακόμα «όταν τα ελληνικά όπλα και το υπό την οδηγίαν του συνταγματάρχου Φαβιέρου πεζικόν υπέφερε εν Καρύστω, η μνησθείσα κυρία δι’ ίδίων της χρημάτων εφόρτωσε από τις Σπέτζες μίαν γολέταν με παξιμάδια και τα επήγε η ίδια εις Κάρυστον».

Όλα αυτά τα βεβαιώνουν: Π. Νοταράς, Π. Μαυρομιχάλης, Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, κ.ά.
Αυτά τα τέσσερα πιστοποιητικά η Μαριγώ Ζαραφοπούλα τα υπέβαλε με μία αίτηση στην «Εξεταστική επί του Ιερού Αγώνος Επιτροπή» και ζητούσε σύνταξη. Η αίτηση φέρει ημερομηνία 19 Απριλίου 1865.
Και για την «αγράμματη Μαριγώ» υπογράφει ο Χ. Τζαβέλας. Στην αίτησή της παραπονείται ότι άλλοι που πρόσφεραν πολύ λιγότερα απ" αυτήν και τον άνδρα της πήραν σύνταξη.
Και αυτή, που στερείται ακόμα και αυτού του επιουσίου, δεν έλαβε τίποτα...

Αντωνούσα Καστανάκη ή Καστανοπούλου - η Οπλαρχηγός


Η περιβόητη Αντωνούσα Καστανάκη ή Καστανοπούλου από το χωριό Κερά Κισσάμου το 1866 ήταν 22 χρόνων. Μια μέρα οι Τούρκοι πήγαν στον πατέρα της και του ζήτησαν ένα βόδι πεσκέσι για τους Τούρκους του Καστελιού και αν δεν το πήγαινε την ημέρα που του όρισαν, θα σκότωναν την επομένη αυτόν και τα κοπέλια του.

Το άκουσε αυτό η Αντωνούσα και εμπόδισε τον πατέρα της να δώσει το βόδι, τον έπεισε μάλιστα να φύγει με την οικογένεια και όλα τα ζωντανά του στα Εννιά Χωριά όπου δεν πατούσε εύκολα τούρκικο πόδι.

Την επομένη το πρωί έφτασε ο Τούρκος, βρήκε την πόρτα κλειστή και φώναξε. Η Αντωνούσα ανεβασμένη σε μια συκιά τον πυροβόλησε. Εκείνος σωριάστηκε, πυροβόλησε με τη σειρά του αλλά αστόχησε και η Αντωνούσα πήρε το γιαταγάνι του και του έκοψε το κεφάλι.

Ύστερα ζώστηκε τα άρματα και βγήκε στο βουνό όπου συνάντησε τους επαναστάτες. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά τον τριετή πόλεμο του 1866-69 και αργότερα στα 1879 στο σώμα του οπλαρχηγού Δημ. Κωναταντουλάκη.

Οι Τούρκοι την κυνήγησαν αλλά ποτέ δεν μπόρεσαν να την πιάσουν.

Το 1882 αποφεύγοντας τη δίωξη κατέφυγε στην Αθήνα.

Παρουσιάστηκε στον βασιλιά Γεώργιο Ά που την ανεκήρυξε οπλαρχηγό. Με την ιδιότητά της αυτή και με σώμα αντρών που είχε συγκροτήσει η ίδια, πήρε μέρος στους ηπειρωτικούς αγώνες.
Φορούσε πάντα την ανδρική κρητική στολή της εποχής, τις βράκες.

Έτσι το 1911 που επισκέφτηκε το χωριό της χρειάστηκε να δείξει το στήθος της για να πιστέψουνε πως είναι γυναίκα. Πέθανε στον Πειραιά το 1918...

Ιδανικό τέλος για το αφιέρωμα στις μεγάλες Ελληνίδες του Γένους μας που δε δίστασαν μπρος στον κίνδυνο, όσο μεγάλος και αν ήταν, αλλά πρόταξαν πάνω και πέρα από όλα το καλό της πατρίδας και των συνανθρώπων τους, είναι οι παρακάτω στίχοι δημοτικού τραγουδιού:

«Λεοντόκαρδες γυναίκες όμορφες, δυναμικές, καπετάνισσες γενναίες πάντοτε ηρωικές. Πολεμήσατε σαν άντρες δε σκιαχτήκατε εχθρό λευτεριά για την Ελλάδα είχατε πάντα σκοπό. Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα και Μαντώ του Μαυρογένους πλοία δώσατε και χρήμα για τη λευτεριά του γένους.
Θε να μείνετε για πάντα σε όλων μέσα τις καρδιές σαν παράδειγμα Ελληνίδων σε στιγμές ηρωικές».
Μάλιστα, όπως έλεγε μάλιστα ο Κολοκοτρώνης στους στρατιώτες του:
«Αν φροντίζεις για το κοινό καλό, το καλό αυτό θα συμπεριλάβει κι εσένα..»

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια