Τα δάνεια του 1821 και οι τρομερές ομοιότητες με το σήμερα!


Η έκθεση της δωδεκαμελούς επιτροπής, που είχε ορίσει η Β’ Εθνοσυνέλευση για να συντάξει ένα πρόχειρο προϋπολογισμό του επαναστατημένου Έθνους δεν άφηνε κανένα περιθώριο...

Στις 12 Απριλίου 1823 η έκθεση της δωδεκαμελούς επιτροπής, που είχε ορίσει η Β' Εθνοσυνέλευση για να συντάξει ένα πρόχειρο προϋπολογισμό του επαναστατημένου Έθνους δεν άφηνε κανένα περιθώριο για την κρισιμότητα της κατάστασης: Τα έξοδα του πρώτου εξαμήνου του 1823 θα ανέρχονταν σε 38 εκατομμύρια γρόσια και τα έσοδα σε μόλις 12 εκατομμύρια γρόσια. Η φορολογία, οι τελωνειακοί δασμοί, οι λείες, τα λάφυρα, τα λύτρα, ο εσωτερικός δανεισμός, οι εισφορές ντόπιων και φιλελλήνων, δεν ήταν ικανές να ισοσκελίσουν τον προϋπολογισμό. Η έκθεση της Επιτροπής κατέληγε με την προτροπή να γίνεται καλύτερη διαχείριση του δημόσιου χρήματος από τους τοπικούς άρχοντες και την ανάγκη να αναζητηθούν νέοι πόροι. Η ανάγκη εξωτερικού δανεισμού ήταν πλέον μονόδρομος.

Στις 2 Ιουνίου 1823 το Εκτελεστικό (Κυβέρνηση) εξουσιοδότησε τους Ιωάννη Ορλάνδο, Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λουριώτη να μεταβούν στο Λονδίνο και να συνάψουν δάνειο 4.000.000 ισπανικών ταλλήρων. Η επιτροπή καθυστέρησε να αναχωρήσει, λόγω έλλειψης χρημάτων για τα έξοδα του ταξιδιού, τα οποία κάλυψε με δάνειο ο Λόρδος Βύρων. Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις, στις οποίες πήραν μέρος και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα.

Όμως, το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες. Σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση, το ποσό θα αποστέλλονταν στις Τράπεζες Λογοθέτη και Βαρφ, που έδρευσαν στην αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο και θα παραδίδονταν τμηματικά στην ελληνική κυβέρνηση, ύστερα από έγκριση της επιτροπής που την αποτελούσαν ο Λόρδος Βύρων, ο συνταγματάρχης Στάνχοπ και ο Λάζαρος Κουντουριώτης.

Ιωάννης Ορλάνδος

Παρότι «ληστρικό», το δάνειο χαιρετίστηκε στην Ελλάδα ως πολιτική επιτυχία της Επανάστασης και ως έμμεση αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους. Πάντως, οι ελπίδες που στηρίχτηκαν πάνω του θα διαψευστούν οικτρά, καθώς θα χρησιμοποιηθεί για να κερδίσει η παράταξη Κουντουριώτη την εμφύλια διαμάχη. Μεγάλη ευθύνη για τους δυσμενείς όρους σύναψης του δανείου είχαν και οι δύο διαπραγματευτές, ο γιαννιώτης πολιτικός Ανδρέας Λουριώτης και ο σπετσιώτης πλοιοκτήτης Ιωάννης Ορλάνδος, οι οποίοι σπατάλησαν μεγάλα ποσά στο Λονδίνο, ζώντας πολυτελώς, σε αντίθεση με τους αγωνιστές, που πολεμούσαν με μεγάλες στερήσεις.

Στις 31 Ιουλίου 1824, το Βουλευτικό αποφασίζει τη σύναψη και νέου δανείου, λίγες εβδομάδες μετά την καταστροφή της Κάσου και των Ψαρών κι ενώ η Επανάσταση βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο. Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες.

Ενώ, όμως, το ποσό του πρώτου δανείου το διαχειρίστηκε η ελληνική κυβέρνηση, έστω και με σκανδαλώδη τρόπο, τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες εκπροσώπους. Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία 6 ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα («Καρτερία», «Επιχείρηση», «Ερμής») και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία («Ελλάς») ήλθε στην Ελλάδα, ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη. Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών, δηλαδή λιγότερο από εκείνο που έλαβε κατά το πρώτο δάνειο, αν και το δεύτερο είχε συναφθεί σε υπερδιπλάσιο ύψος.

Και τα δύο δάνεια προβλεπόταν ότι θα ενίσχυαν τον Αγώνα, τον οποίον όχι μόνο δεν ωφέλησαν, αλλά υπήρξαν αφετηρία εξάρτησης της χώρας από την Αγγλία. Επί Βαυαροκρατίας, ο Υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Σπανιολάκης (1838) κατηγόρησε τους δύο διαπραγματευτές ότι ιδιοποιήθηκαν χρήματα από τις αγοροπωλησίες μετοχών των δανείων και επιπλέον τον Ορλάνδο ότι παρακράτησε ποσό 5.900 λιρών από τα δύο δάνεια. Μάλιστα, το Ελεγκτικό Συνέδριο προχώρησε σε προσημείωση των περιουσιακών τους στοιχείων.

Από εκεί και μετά, η Ελλάδα μας συνέχισε να δανείζεται και να σφίγγει τα λουριά της κηδεμονοποίησης στον λαιμό της αντί να προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της.


Με το Ν. ΩΙΓ΄/18.4.1880 επετράπη στην Κυβέρνηση να συνομολογήσει δάνειο 21.000.000 φρ. με τόκο μέχρι 6% και χρεωλύσιο 0,5%. Για διασφάλιση του δανείου οριζόταν να παραχωρείται το υπόλοιπο της προσόδου του χαρτοσήμου. Η Ελληνική Κυβέρνηση συνομολόγησε νέο εξωτερικό δάνειο 120 εκατομ. φράγκων με επιτόκιο 5% και με σύμβαση στις 16.12.1880 (Ν. ΩΠΖ΄/30.12.1880).

Δάνειο 1881.
Με τον Ν. ΩΞΖ΄/2.12.1880 επεβλήθη στην Εθν. Τράπεζα η παροχή δανείου μέχρι 10.000.000 παλ. Δρχ. προς7%.
Χρέος προς την Βαυαρία 2.600.000 φρ. κατεβλήθη και εξοφλήθη κάθε απαίτησή τους από την Ελλάδα. Η Ελλάδα είχε δανειστεί από τη Βαυαρία διαδοχικά από το 1835-1842 4.658.186 δρχ. προς4% και εξόφλησε 2.809.077. Το 1880 με το Ν. ΩΠΓ΄ /23.12.1880, κανονίστηκαν οριστικά οι υποχρεώσεις της για αυτά τα δάνεια με την αναγνώριση καταβολής του ποσού των 2.600.000 φρ. 

Δάνειο 1884. 
Με τον Ν. ΑΡΚΗ΄/4.1.1884 επετράπη η συνομολόγηση δανείου μέχρι 170.000.000 φρ. με σκοπό την άρση της αναγκαστικής κυκλοφορίας αλλά και για στρατιωτικές και ναυτικές ανάγκες και προς κατασκευή σιδηροδρόμων.

Δάνειο 1885.
Με τον Ν. ΑΣΟΣΤ΄/4/9βρίου/1885 και για έκτακτες ανάγκες της χώρας (ανάπτυξη στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων), επετράπη στην Κυβέρνηση η έκδοσις δανείου μέχρι 30 εκατ. Δρχ. άνευ τόκου δι ομολογιών. Είχαν ψηφιστεί και άλλοι σχετικοί νόμοι (ΑΣΟΓ΄/ 4.11.1885, Β.Δ. 20.9.1885, Β.Δ. 23.9.1885), αλλά και (ΑΣΟΔ΄/ 4.11.1885, Β.Δ. 21/9/1885, ΑΣΟΕ΄/ 4.11.1885, Ν. ΑΤΘ΄/30.9βρίου.1885).

Δάνειο 1886.
Με το Β. Δ./ 29.3.1886 επιτρέπεται η συνωμολόγηση μετά της Εθν. Τραπέζης δάνειο επ’ ανοικτώ λογαριασμώ μέχρι 1.000.000 δρχ. με τόκο 8% και εκχώρηση της προσόδου της σμύριδος και των περισευμάτων των τελωνειακών εισπράξεων των τελωνείων Αθηνών, Πειραιώς, Πατρών, Καλαμών, Κατακώλου και Κεφαλληνίας. Επίσης με το Ν. ΑΤΝΕ΄/ 4.4.1886 περί αδείας συνομολογήσεως δανείου 25.000.000 δρχ., Β.Δ. 15.4.1886 περί εγκρίσεως συμβ. χορήγησης υπό της Εθν. Τραπέζης δανείου 15.000.000, Β.Δ. 29.7.1886 περί εγκρίσεως συμβ. χορήγησης υπό της Εθν. Τραπέζης δανείου 10.000.000.

Δάνειο 1887. 
Με τον Ν. ΑΥΟΔ΄/ 28.4.1887 επετράπη στον υπουργό των Οικονομικών να εκδώσει ή συνομολογήσει δάνειο μέχρι 150.000.000 με τόκο μέχρι 4%. Για διασφάλιση του δανείου οριζόταν η παραχώρηση υπεγγύων προσόδων καθώς και οι πρόσοδοι από το σιγαρόχαρτο και τη σμύριδα Νάξου. 
(Ν. ΑΥ΄/21.3.1887, περί ομολογιών του εκ παλαιών δρχ. 6.000.000 δανείου) και (Β.Δ. 25.6.1887, περί μετατροπής των ομολογιών του δανείου των 6.000.000 δρχ.). Επίσης (Β. Δ. της 8 8βρίου 1887, περί των ομολογιών του δανείου των 6.000.000 δρχ.).
Με τον Ν. ΑΦΞΣΤ΄/1.12.1887 εγκρίθηκε η χορήγηση δανείου 15.000.000 στο Ελλην. Δημόσιο από την Εθν.τράπεζα.
Με το Ν. ΑΦΠΕ΄/ 14.12.1887 επιτρέπεται η έκδοση ή συνομολόγηση δανείου μέχρι 24.000.000 δρχ. (950.496 λ. σ.) για την κατασκευή του σιδηροδρόμου Μύλων Ναυπλίου – Καλαμών και την αποζημίωση δικαιούχων. Για την εγγύηση αυτού θα χρησιμοποιηθούν οι πρόσοδοι του ιδίου του σιδηροδρόμου.
Με το Ν. ΑΦΠζ΄/ 14.12.1887 εγκρίνεται η σύμβαση κατασκευής σιδηροδρομικής γραμμής από Μεσολογγίου δι Αιτωλικού εις Αγρίνιο και η εκμετάλευση αυτής για 99 έτη από τους αναδόχους.

Δάνειο 1889.
Με το Β.Δ. 14.2.1889 εγκρίθηκε συνομολογούμενο δάνειο του κράτους ονομ. κεφαλαίου 1.200.000 λ. ή φρ. 30.000.000 με 4% τόκο και η μεταβίβαση των ομολογιών αυτού στον Δ. Μ. Κατινάκη αντί 817.500 λ. 
Με το Ν. ΑΨΜΕ΄/7.4.1889 επετράπη η συνομολόγηση δανείου 60 εκατομ. φράγκων για την κατασκευή του Σιδηροδρόμου από Πειραιά μέχρι Λάρισσα, με υποθήκη τον ίδιο το σιδηρόδρόμο. Η έκδοση του δανείου αυτού απέτυχε.
Με το Β.Δ./ 6.5.1889, συνομολογήθηκε δάνειο 125.000.000 φρ. ή 5.000.000 λ. σ. προς 4% ετησίως για την εξόφληση υπολοίπων δανείων προηγουμένων ετών.

Μετά το 1890 έκλεισε (θεωρητικά) η περίοδος των εξωτερικών δανείων του κράτους, η πηγή αυτή σταμάτησε και οι υποχρεώσεις του κράτους προς τους εξωτερικούς δανειστές δεν πληρωνόντουσαν με δάνεια πλέον αλλά «εκ των πενιχρών λειψάνων του μεταλλικού αυτής [της χώρας] αποταμιεύματος». 

Το 1893, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια για εξωτερικό δανεισμό της χώρας και στερούμενη η κυβέρνηση πόρων για να πληρωθούν εξωτερικά δάνεια συναφθέντα στο παρελθόν, αρχικά η κυβέρνηση προέβη στην έκδοση δανείου κεφαλαιοποιήσεως ούτως ώστε δια των ομολογιών αυτού να εξοφλεί τα τοκομερίδια των δανείων σε χρυσό, μέτρο το οποίο η νομοθετική εξουσία ακύρωσε, και στη συνέχεια με νόμο (20.12.1893) ανεστάλησαν τα τοκοχρεωλύσια και περιορίστηκε σε 30/100 του τοκομεριδίου η υπηρεσία των εξωτερικών δανείων σε χρυσό.

Έγινε στις αρχές του έτους 1893 νέα προσπάθεια για σύναψη δανείου από το εξωτερικό αλλά ματαιώθηκε η υπογραφή συμβάσεως γιατί οι δανειστές απαιτούσαν εγγυήσεις ελέγχου επί των οικονομικών του κράτους. Η κυβέρνηση αυτή παραιτήθηκε και απεχώρησε από την εξουσία [Ήταν η κυβέρνηση Χαρ. Τρικούπη]. Η επόμενη κυβέρνηση [Ήταν η κυβέρνηση Σωτ. Σωτηροπούλου] εξέδωσε δάνειο κεφαλαιοποιήσεως (Β.Δ./ 30.5.1893) 100 εκατομ. φράγκων. Το δάνειο αυτό τελικά ακυρώθηκε. Ανεξάρτητα της ακύρωσης, μεταξύ των όρων ήταν, να τεθούν στην εξυπηρέτηση του δανείου: Ο έγγειος φόρος της σταφίδας, των σύκων και των κουκουλίων. Ο φόρος και το δικαίωμα της επικαρπίας επί βαλανιδίων και κικιδίων. Ο φόρος των μερισμάτων των Ανων. Εταιρειών. Ο φόρος και τα δικαιώματα των ορυχείων και μεταλλείων. Το δικάιωμα από τις προσόδους των σκωριών του Λαυρίου. Τα 3/5 του εξαγωγικού τέλους επί του ελαίου και της σταφίδας της Επτανήσου. Τα τέλη των εισιτηρίων για το εξωτερικό των ατμοπλοίων. Τα εις χρυσόν εισπραττόμενα προξενικά τέλη. Τα τέλη αγκυροβολίας. 

Με νόμους 9 και 10 Δεκεμβρ. 1893, μεταξύ άλλων, και για λόγους δημοσίου συμφέροντος, επετράπη στην κυβέρνηση να διαπραγματευθεί τα εις χρυσό δάνεια των ετών 1881, 1884, 1887, 1889 και 1890 για τους τόκους αυτών (ελάττωση), τα χρεολύσια και τις εγγυήσεις. Δεν γινόταν καμιά καταβολή χρεολυσιών των δανείων αυτών, παρά μόνο, προσωρινά, το 30% των εκάστοτε τοκομεριδίων στους ομολογιούχους. Όλα τα έσοδα του κράτους από φόρους, τέλη, δικαιώματα κ. λ., θα έμπαιναν στα δημόσια ταμεία.

«Ατυχώς λήγοντος του έτους οι διαπραγματεύσεις αύται εναυάγησαν εκ τε της δεινής αντιδράσεως των γερμανών ομολογιούχων και εκ της επιμονής της Ελληνικής Κυβερνήσεως, όπως μη παράσχει τοις δανεισταίς συμμμετοχήν εις τα πλεονάσματα των υπεγγύων εισπράξεων, ην έκρινεν ως συνεπαγομένην εμμέσως έλεγχον επί των οικονομικών του Κράτους. Εκ της αποτυχίας δε ταύτης των περί συμβιβασμού διαπραγματεύσεων εκορυφώθη η εκ της κρίσεως των σταφίδων και της υπερτιμήσεως του συναλλάγματος δεινή δυσπαραγία».

Κατά το επόμενο έτος 1895 συνεχίστηκαν οι διαπραγματεύσεις της Ελλην. Κυβέρνησης με τους ομολογιούχους. Η Κυβέρνηση ψήφισε το νόμο της 24.6.1895 με βάση τον οποίο: 1. Ιδρύθηκε Υπηρεσία δημοσίου χρέους. 2. Σε αυτήν ανατέθηκε η μέριμνα για τη διάθεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού σχετικά με το χρέος και η ευθύνη για την έγκαιρη και ακέραιη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του κράτους για δάνεια, καθώς και ο έλεγχος των πληρωμών. 3. Η απόσβεση του Δημοσίου χρέους. 4. Η λογοδοσία της διαχείρισης των Τραπεζών, τραπεζιτών ή άλλων οιωνδήποτε, οι οποίοι κατ’ εντολή του Υπουργού των Οικονομικών ενήργησαν στο παρελθόν πληρωμές τόκων ή χρεολυσιών δανείων κ.λ. Την υπηρεσία αυτή διοικούσε Συμβούλιο αποτελούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών ως πρόεδρο, απόν τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, από τον πρόεδρο του Ελεγκτ. Συνεδρίου, από τον Διοικητή της Εθν. Τραπέζης και από τους διευθυντές των τραπεζών Ηπειροθεσσαλίας και Ιονικής.

1897: Η λύση του Κρητικού ζητήματος ήταν προσωρινή, αφού οι Τούρκοι το 1897 έκαψαν τα Χανιά, άρχισε πόλεμος με σφαγές και καταστροφές και η Ελλάδα επενέβη με αποστολή στόλου και στρατού στην Κρήτη. Οι Οθωμανοί κήρυξαν τον πόλεμο στην Ελλάδα, κατελήφθη η Θεσσαλία και οι Τούρκοι προέλασαν μέχρι τη Λαμία. Έτσι επενέβησαν οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις και υπεγράφη σύμφωνο ειρήνης μεταξύ αυτών και της Τουρκίας στις 6/18.9.1899 με όρους που αναγκαστικά έγιναν αποδεκτοί και από την Ελλάδα. Αυτά τα γεγονότα είχαν και οικονομικές επιπτώσεις για τη χώρα. Το 1897 και μετά η χώρα είχε παραλύσει, οι πιστώσεις είχαν περιοριστεί, η επιστράτευση απαιτούσε χρήματα, η Ελληνική ναυτιλία είχε σταματήσει, το χρέος του κράτους είχε αυξηθεί και υπήρχε κίνδυνος οικονομικής κρίσης. Αξίωσαν τότε οι Δυνάμεις, εκτός της ρυθμίσεως των οφειλών του κράτους προς τους δανειστές και την πολεμική αποζημίωση των Τούρκων με 4 εκατομ. Τουρκικές λίρες για να εγκαταλείψει ο τουρκικός στρατός τη Θεσσαλία. Για επίτευξη του σκοπού αυτού εγκατέστησαν στην Αθήνα «Διεθνή επιτροπή εκ των αντιπροσώπων των μεσουλαβουσών Δυνάμεων, εκάστης αυτών διοριζούσης ανά εν μέλος», στην αρμοδιότητα της οποίας υπήχθησαν και τα άλλα χρέη της χώρας. Έτσι εγκαταστάθηκαν οι ξένοι στην Ελλάδα και ανέλαβαν ουσιαστικά τον έλεγχο των οικονομικών της. 

Δάνειο 1898: Ο υπουργός των Οικονομικών έκανε προσπάθειες διαπραγμάτευσης και κατάφερε με νόμο της 21.3.1898, να εγκριθεί η συνομολόγηση δανείου 170 εκατομ. χρυσών φράγκων, πραγματικού κεφαλαίου εκ του εξωτερικού για την πληρωμή των τουρκικών αποζημιώσεων αλλά και για τις λοιπές ανάγκες του κράτους, με την εγγύηση της Γαλλίας, Μ. Βρετανίας και Ρωσίας, το οποίο εκδόθηκε στις 10.5.1898, από την τράπεζα της Αγγλίας και την τράπεζα της Ρωσίας που αντιπροσώπευε και άλλες τράπεζες, όπως την τράπεζα της Γαλλίας.

Συμπέρασμα: 
Η Ελλάδα δανειζόταν συνέχεια χωρίς να καταβάλλεται προσπάθεια να καταστεί οικονομικά αυτάρκης. 
Η Ελλάδα μη όντας αρχικά κράτος επίσημα αναγνωρισμένο, δυσκολεύτηκε να βρει δανειστές στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό (όπου βέβαια τα πράγματα ήσαν ακόμα πιο δύσκολα). 

Την Ελλάδα την εκμεταλλεύτηκαν τόσο οι δανειστές της και μάλιστα τις περισσότερες φορές τοκογλυφικά, όσο και άνθρωποι στο εσωτερικό της είτε λόγω άγνοιας και έλλειψης διορατικότητας είτε λόγω υστεροβουλίας και κερδοσκοπίας. 

Οι όροι των δανείων τα οποία έλαβε, τις περισσότερες φορές, ήσαν δυσβάσταχτοι και επαχθείς για την χώρα, οι δε εγγυήσεις που εζητούντο και εδίδοντο ήσαν δημόσια έσοδα και εθνικά κτήματα. 
Τα περισσότερα δάνεια εκ του εξωτερικού, δεν έφθασαν ολόκληρα στην Ελλάδα, αλλά και τα ποσά που έφτασαν δεν διατέθηκαν για τους σκοπούς για τους οποίους συνομολογήθηκαν τα δάνεια, αλλά σπαταλήθηκαν ποικιλοτρόπως. 

Δεν υπήρξε, από τους κυβερνώντες και τους εκπροσώπους αυτών, μέριμνα για ρήτρες και εγγυήσεις των πλοίων που παραγγέλθηκαν με συνέπεια να ζημιωθεί η χώρα και αυτά να μην φθάσουν έγκαιρα ή καθόλου στην Ελλάδα. 

Τα έξοδα των δανείων ήσαν τις περισσότερες φορές υπερβολικά και οι ζημίες που υπέστη η χώρα από διάφορες αιτίες επίσης πολύ μεγάλες. 

Η Ελλάδα δεν αρνήθηκε τις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές της, αλλά και όσες φορές επεδίωξε συμβιβασμό με διαπραγματεύσεις «κέρδισε κάτι». 

Ξένες Δυνάμεις αποφάσιζαν για τον Ελληνικό λαό (κυρίως κατά την εποχή της Βαυαρικής διοίκησης της χώρας) χωρίς να ερωτηθεί αυτός και χωρίς να έχει βαρύνουσα γνώμη η Ελλην. κυβέρνηση. 

Μία μόνο κυβέρνηση στις αρχές του 1893 (Χαρ. Τρικούπη) παραιτήθηκε γιατί οι δανειστές απαιτούσαν εγγυήσεις ελέγχου επί των οικονομικών της χώρας. 

Το μίσος των Ελλήνων κατά των Βαυαρών ήταν δικαιολογημένο, λόγω της σπάταλης διοίκησης της αντιβασιλείας και των σκανδάλων, αλλά και της μετάκλησης μη αναγκαίων Βαυαρών στρατιωτών στη χώρα. Καθιερώθηκε η γερμανική γλώσσα σαν δεύτερη ημιεπίσημη γλώσσα στην Ελλάδα και έγινε προσπάθεια εκβαυαρισμού. Έτσι ο Λουδοβίκος έγραψε τον Δεκέμβρη του 1833, ότι «οι Έλληνες πρέπει να γίνωσιν Έλληνες και ουχί να εκγερμανισθώσι» (Ανδρεάδης, 107). 

Επί πλέον αυτών η Ελλάδα υποχρεώθηκε να αποζημιώσει τον εκδιωχθέντα Όθωνα, για έξοδα που έκανε εξ’ ιδίων για ανέγερση ανακτόρων, δημιουργία βασιλικών κήπων, ιπποστασίου, φαρμακείου κ.λ., και αναγνώρισε χρέος 4.500.000 δρχ προς τους κληρονόμους του, το οποίο έπρεπε να καταβάλλει εντός 8 ετών. 

Είναι ευδιάκριτη μια αντιστοιχία της δανειακής κατάστασης της πατρίδος μας την περίοδο που παραπάνω περιγράφεται με τη σημερινή της πορεία, σε σχέση με τα δάνεια και τους δανειστές της αλλά και όσους καραδοκούν να λεηλατήσουν τον πλούτο της.

Πηγές:
Πανελλήνιο Λεύκωμα 1821-1921, τ. Α΄. Αθήναι 1921.
Ιστορία Εθνικών δανείων Α΄ και Β΄, Ανδρεάδης Ανδρ., Αθήναι 1904.
Παρατηρήσεις επί της Απολογίας Ι.Ορλάνδου Και Ανδρ. Λουριώτου… υπό Γ. Σπανιολάκη. Εν Αθήναις 1840.
Κώδιξ της Ελληνικής Νομοθεσίας…Δάνεια Εθνικά, υπό Ηλία Λιακοπούλου. Εν Αθήναις 1893.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια